Όλγα Ντέντα: “Μου αρέσει το απλό το οποίο είναι πάρα πολύ καλά δουλεμένο, και που καταλήγει να είναι περίπλοκο.”

photo credit Θεοχάρης Καραμάνης

συνέντευξη στην Εύα Βασιλειάδη

Η σκηνογράφος Όλγα Ντέντα έχει στο ενεργητικό της σημαντικές συνεργασίες και παραστάσεις υψηλής αισθητικής, μέσα από τις οποίες διαμόρφωσε ένα προσωπικό στυλ βασισμένη στην απλότητα που  προκύπτει από την αφαιρετική, ποιητική δουλειά που μπορεί να κάνει η σκηνογράφος με τα μέσα και τα υλικά του θεάτρου. Το Λονδίνο, όπου ζει και εργάζεται, φαίνεται να διαμόρφωσε τις μοιραίες της καλλιτεχνικές συναντήσεις, και να συνεχίζει να της δίνει ερεθίσματα για εμβάθυνση στη γνώση και στην καλλιτεχνική εξέλιξη.

Μετά τις σπουδές σου στο Πολυτεχνείο τι σε έκανε να στραφείς στην σκηνογραφία;

Οι σπουδές στο Πολυτεχνείο ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, γενικά όλη η εμπειρία πολύτιμη και καθοριστική όσον αφορά στη γνώση και αντίληψη που απέκτησα πάνω σε διάφορα επιστημονικά και τεχνολογικά πεδία. Ωστόσο, δουλεύοντας σαν μηχανικός, ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε. Δεν είχα τη χαρά που νόμιζα ότι θα έχω δουλεύοντας. Κι αυτό συνέβαινε διότι δεν υπήρχε χώρος σε αυτό το επάγγελμα για καλλιτεχνική έκφραση. Έτσι, μετά από μια περίοδο ειλικρινούς αναζήτησης σε σχέση με τον εαυτό μου και το τι μου αρέσει να κανω σ’ αυτή τη ζωή, αποφάσισα να στραφω σε κάτι πιο δημιουργικό, που ένιωθα ότι θα μου ταίριαζε περισσότερο. Ξεκίνησα σπουδάζοντας ξανά, με ενα Foundation Course στο Art and Design με σκοπό να κινηθώ προς το Interior Design. Αυτό ήταν κίνηση απελευθέρωσης για μένα. Στη σχολή ήρθα σε επαφή με κάποιους πολύ ιδιαίτερους καλλιτέχνες και δασκάλους, όπως η Φωτεινή Καλλέ, που έγιναν αφορμή να ανακαλύψω το ενδιαφέρον και την αγάπη μου για τη Σκηνογραφία. Ήταν ξαφνικά τόσο ξεκάθαρο μέσα μου, που ήταν πια μονόδρομος! Αποφάσισα να μετακομίσω στο Λονδίνο για να συνεχίσω με πιο ειδικές σπουδές επάνω στο αντικείμενο.

Έχεις συνεργαστεί με τον σκηνοθέτη Λεωνίδα Παπαδόπουλο σε πολλές από τις δουλειές σου στο θέατρο. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; Ποια θα έλεγες ότι είναι η αγαπημένη σου δουλειά και γιατί;

Με το Λεωνίδα μας έφερε κοντά, σε πρώτο επίπεδο, η αγάπη μας για το Αρχαίο Θέατρο διότι γνωριστήκαμε στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 2014 σε ένα συνέδριο στο Central School of Speech and Drama, με θέμα «Η έννοια του χώρου στο Αρχαίο Ελληνικό Δράμα». Εκείνη την εποχή ο Λεωνίδας έκανε το Διδακτορικό του στο Kings College London, κι εγώ έκανα έρευνες για να δω τις επιλογές μου σε Μεταπτυχιακά στη Σκηνογραφία. Σε δεύτερο επίπεδο, νομίζω, μας έφερε κοντά κάτι άλλο, κάτι σαν ένας κοινός τόπος – σαν … μοίρα! Από την πρώτη στιγμή υπήρξε αβίαστη επικοινωνία μεταξύ μας, οι κουβέντες κυλούσαν με ενθουσιασμό και σιγά σιγά, κατά κάποιο τρόπο γινόταν εμφανές ότι είχαμε κοινά σε σχέση με τον τρόπο που σκεφτόμαστε για το θέατρο. Μετά από λίγο διάστημα μου ζήτησε να ξαναβρεθούμε για να του δείξω δείγματα της δουλειάς μου. Αρχίσαμε να μιλάμε πιο ουσιαστικά και μου πρότεινε να αναλάβω τη Σκηνογραφία για το έργο «Χορεύοντας στην Ομίχλη» το οποίο ετοίμαζε εκείνο το διάστημα στην Αθήνα μαζί με την Ομάδα Γέφυρα που την αποτελούσαν τότε ο ίδιος ο Λεωνίδας, η Ελένη Δαφνή και ο Μάνθος Καλαντζής.

Το «Χορεύοντας στην Ομίχλη» (αυθεντικός τίτλος «The Thrill of Love») είναι ένα έργο της σύγχρονης Βρετανής Συγγραφέως Amanda Whittington, το οποίο μεταφράστηκε και παιχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τη συγκεκριμένη ομάδα. Το έργο βασίζεται στην πραγματική ιστορία της Ruth Ellis, της τελευταίας Βρετανής που καταδικάστηκε σε θάνατο με την ποινή του απαγχονισμού στη Μεγάλη Βρετανία. Το αναφέρω αυτό γιατί είχε πολύ ενδιαφέρον η περίοδος της δημιουργικής μας προσέγγισης στο έργο. Ζώντας κι οι δύο εκείνη την περίοδο στο Λονδίνο, είχαμε τη δυνατότητα να το δουλέψουμε κάνοντας πραγματικά «επί τόπου» έρευνα στις περιοχές που έζησε κι έφτασε στα άκρα η ηρωίδα του έργου. Ακολουθήσαμε τις διαδρομές της στην υγρασία το βράδυ, ήπιαμε ποτά στα στέκια που σύχναζε, σχεδόν παρακολουθήσαμε το φάντασμά της. Κάναμε εικόνες τις εικόνες της. Η συνεργασία μας ευόδωσε και δημιούργησε την ανάγκη και για επόμενες δουλειές. Συνεργαστήκαμε στο έργο του Patrick Suskind «Το Κοντραμπάσσο» το οποίο ανέβηκε στο Ιλίσια Βολανάκης, στο έργο «Η Μαγείρισσα» του Κουβανού Eduardo Machado στο Αγγέλων Βήμα, και στο «Σοφία» του Ισπανού Ignacio García May το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Ίδρυμα Κατακουζηνού κι έπειτα ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Ο Λεωνίδας εκτός από εξαιρετικά ταλαντούχος Σκηνοθέτης και Ακαδημαϊκός, είναι κι ένας πολύ γενναιόδωρος συνεργάτης. Μαθαίνεις διαρκώς δίπλα του και ταυτόχρονα σου αφήνει το δικό σου δημιουργικό χώρο έκφρασης. Πιστεύει στην ομαδική δουλειά κι έχει πάντοτε τα όρια της ευγένειας και του σεβασμού αδιαπραγμάτευτα. Χαίρομαι πολύ που είναι αυτός που του χρωστάω τα πρώτα μου βήματα κι ανυπομονώ να δημιουργηθούν οι συνθηκες για τις επόμενες συνεργασίες μας.

Αναπόφευκτα, νομίζω, θα ξεχωρίσω το «Χορεύοντας στην ομίχλη» διότι ως πρώτη δουλειά, λόγω της απειρίας μου έκανα πολλά λάθη, τα οποία όμως μέσω της καλής συνεργασίας με την ομάδα, όχι μόνο διορθώθηκαν, αλλά κυρίως αξιοποιήθηκαν, δουλεύτηκαν κι έτσι έφεραν ένα αποτέλεσμα, πολύ πιο ενδιαφέρον από αυτό που είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αυτή η εμπειρία για μένα – κοιτώντας πίσω – είναι ανεκτίμητη για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι χτίστηκε ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης με το Λεωνίδα και ο δεύτερος ότι η εμπειρία αυτή μου επέτρεψε να ξεκλειδώσω σημαντικά στοιχεία για το προσωπικό μου σκηνογραφικό στυλ.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με την Σοφία Καμαγιάννη στο project ‘ Περασα…’;

Το νιώθω ευχής έργον που η Συνθέτις Σοφία Καμαγιάννη μου πρότεινε να δουλέψω μαζί της στο «Πέρασα…», καθώς το συγκεκριμένο project, το οποίο η ίδια περιγράφει ως «Μουσική παράσταση, μικτό θέαμα-ακρόαμα» έχει να κάνει με τα λόγια μιας ποιήτριας που αγαπώ πολύ, της Κικής Δημουλά. Η εμπειρία της συνεργασίας με τη Σοφία από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν συγκινητική και σπουδαία. Θυμάμαι καθαρά την πρώτη φορά, που πήγα στο σπίτι της, με πόση αγάπη και αίσθημα ευθύνης δούλευε επάνω στο έργο της Δημουλά. Ακούγωντάς την δε να παίζει στο πιάνο και να τραγουδάει κάποια από τα υπέροχα κομμάτια της, ήταν ανατριχιαστικό.

Το συγκεκριμένο project άργησε να μπει στη διαδικασία της πραγματοποίησης λόγω διαφόρων δυσκολιών. Εν τέλει ωστόσο, νομίζω ότι αυτό λειτούργησε βοηθητικά (τουλάχιστο για μένα) γιατί επέτρεψε χρόνο, οπότε ασυνείδητα το έργο δουλευόταν μέσα μου. Θυμάμαι να σκέφτομαι πάνω σε αυτό για καιρό και να σχεδιάζω διάφορες ιδέες. Τελικά, η βασικη ιδέα στην οποία κινηθήκαμε σκηνογραφικά ήταν η δύναμη της απλότητας. Η Σοφία ήταν σαφής από την αρχή ότι αυτό που ήθελε να αναδειχθεί και να επικοινωνηθεί μέσα από την παράσταση, ήταν ο λόγος της Δημουλά. Οδηγούμενοι λοιπόν από αυτόν, που, κατά κάποιο τρόπο χρησιμοποιει απλά υλικά (λέξεις) συνθέτοντάς τα με ιδιοφυή τρόπο δημιουργώντας υψηλά νοήματα, προσπαθήσαμε κι εμείς να κινηθούμε στην ίδια κάπως λογική. Δουλέψαμε με την αφαίρεση και τη μεταμόρφωση. Κρατώντας μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο επάνω στη σκηνή, δημιουργήσαμε ενα σκηνικό το οποίο αποτελούνταν από πολύ απλά υλικά και καθαρές φόρμες, τα οποία κατα τη διάρκεια της παράστασης, σπάγαν, αλλάζαν θέσεις, ανασυνθέτονταν και μεταμορφώνονταν σε κάτι άλλο, ακολουθώντας τους χώρους και τις διαθέσεις της ποιήτριας.

Πήρα πολλά από τη συγκεκριμένη συνεργασία, σε προσωπικό και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Γνωρίσα υπέροχους ανθρώπους, Ηθοποιούς ταλαντούχους κι ανοιχτούς, Μουσικούς που αγαπούν τον πειραματισμό και που τολμούν να κανουν πράγματα εκτός του comfort zone τους. Επίσης, είχα την ευκαιρία να μπω σε κάτι πολύ νέο για μένα, να συνεργαστώ με έναν Χορογράφο. Αυτό ήταν πραγματικό δώρο, διότι είδα πώς είναι να χορογραφείται ένα σκηνικό στην πράξη. Ημούν τυχερή διότι ο Ερμής Μαλκότσης που ανέλαβε την κίνηση είναι ένας Χορογράφος που αγαπά τα υλικά και τα αντικείμενα και ήταν πολύ χαρούμενος να δουλέψει με το σκηνικό και τις λειτουργίες του. Έτσι, η ιδέα των αλλαγών και των μεταμορφώσεων σκηνογραφικά πραγματοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Σε αυτό το αποτέλασμα συνέβαλλαν συγκινητικά όλοι οι συντελεστές, οι επί-σκηνής με τις άπειρες πρόβες αλλά και οι εκτός-σκηνής που είχαν να κάνουν με σύνθετα τεχνικά θέματα ήχου, φώτων και projection. Όσες φορές κι αν είδα την παράσταση, δεν τη χόρταινα. Θεωρώ πως κατάφερε το βασικό της στόχο, να σε βυθίσει στον κόσμο της ποιήτριας και –κατ’ εμέ- να σε βοηθήσει να ξεκλειδώσεις νοήματα που δεν είχες εντοπίσει πριν. Κορυφαία στιγμή, την ημέρα της πρεμιέρας στο θέατρο Τζένη Καρέζη, η ίδια η Κική Δημουλά παρούσα ως κοινό, συγκινημένη και δακρυσμένη στο τέλος της παράστασης.

Πως βλεπεις την καλλιτεχνικη ζωή στο Λονδινο, είναι κατι που σε αφορά; Ποια ειναι η αισθητική σου όσον αφορά στο θέατρο και θεωρείς οτι υπάρχουν νέα, φρέσκα πράγματα στην πόλη;

Αναμφισβήτητα με αφορά˙ σ’ αυτή τη φάση, οι μικρές σε μέγεθος παραγωγές, πειραματικά πράγματα κι άνθρωποι που κινούνται σε κατευθύνσεις προς ανακάλυψη νέων πράγματων σε σχέση με την τέχνη και τη διανόηση. Βεβαίως και υπάρχουν φρέσκα πράγματα, όμως τις περισσότερες φορές δε θα τα βρεις μπροστά σου, πρέπει να τα ψάξεις. Μην ξεχνάμε πως το Λονδίνο έχει και μία σημαντική θεατρική βιομηχανία, οπότε βάζει μπροστά τις μεγάλες σκηνές. Υπαρχουν όμως πολλά μικρά θέατρα που ανοίγουν τις πόρτες σε νέους καλλιτεχνες καθώς και πολλά φεστιβάλ που προωθούν πολλά ήδη θεάτρου. Επίσης, πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές μπορεί κανείς να βρει σε γκαλερί και σε μουσεία˙ όχι απαραίτητα ακριβώς πάνω σε αυτό που παραδοσιακά καταλαβαίνουμε ως θέατρο, αλλά σε μορφές όπως η περφόρμανς και οι εικαστικές τέχνες. Παρατηρώ τα τελευταία χρόνια ότι οι καλλιτέχνες εδώ πειραματιζονται πολύ με το ανθρώπινο σώμα και τη σχέση του με τον ήχο, το φως καθώς και πολύ με τις νεες τεχνολογίες, όπως η ρομποτική.

Αν μπορώ να πω ότι προτιμώ ένα είδος αισθητικής, αυτό είναι το αφαιρετικό και το απολύτως απαραίτητο. Αυτό που βρίσκεται εκεί για να επικοινωνήσει κάτι. Μου αρέσει το απλό το οποίο είναι πάρα πολύ καλά δουλεμένο, και που έτσι που καταλήγει να είναι περίπλοκο.

Ποια παράσταση είδες τελευταία που σε άγγιξε και σε ενέπνευσε;

Ακόμη δε μπορώ να ξεχάσω του περυσινού Mime Festival του Λονδίνου την παράσταση Lähtö (στα Ελληνικά «Αναχώρηση») του Φινλανδού Σκηνοθέτη και Visual Artist Kalle Nio. Χωρίς λόγια, χρησιμοποιωντας τα σώματα, τον ήχο και τα σκηνικά υλικά, συνέθεσε εικόνες με δυνατούς συμβολισμούς και σχεδόν ασύλληπτες τεχνικά. Έπαιξε με τον αντικατοπτρισμό, την έλλειψη βαρύτητας και το στοιχείο της έκπληξης. Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης έχει εκπαιδευτεί και σαν μάγος-ταχυδακτυλουργός, οπότε μπορεσε και πάντρεψε την εικαστική του γλώσσα με τις γνωσεις του επάνω στην οφθαλμαπάτη. Αυτό που είδα ήταν ένα είδος ποίησης και μαγείας επί σκηνης, που μου γινόταν κατανοητό και που με συγκίνησε πραγματικά. Δουλειές σαν αυτήν αποτελούν έμπνευση για’ μένα˙ μου αποκαλύπτουν νέους σκηνογραφικούς δρόμους, και κατά κάποιο τρόπο, είναι απόδειξη ότι όλα είναι δυνατά σ’ αυτή τη ζωή!

Βλέπουμε και από την δουλειά και έρευνα που έκανες στις μεταπτυχιακές σου σπουδές ότι ασχολήθηκες με την Αρχαία Ελληνική τραγωδία. Πες μας λίγα λόγια σχετικά με αυτό. Ποιο είναι το θέμα του μεταπτυχιακού σου και πώς το εμπνεύστηκες;

Όλα ξεκίνησαν με την πρώτη εργασία που μας ανατέθηκε στο μεταπτυχιακό, να σχεδιάσουμε το σκηνικό χώρο για την όπερα των Igor Stravinsky και Jean Cocteau, «Oedipus Rex». Η συγκεκριμένη όπερα είναι βασισμένη στη γνωστή τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος». Προκειμένου να σχεδιάσω την όπερα, ήταν πολύ σημαντικό να καταπιαστώ με δύο σημαντικούς άξονες. Ο πρώτος ήταν το πρωτότυπο έργο και ο δεύτερος οι συγκεκριμένοι avantgarde δημιουργοί και η εποχή τους. Δούλεψα με την ιδέα της ανθρώπινης μοίρας και του πεπρωμένου, κάτι το οποίο ειναι εξαιρετικά προφανές στο μύθο του Οιδίποδα και πώς αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σκηνογραφικά ώστε όχι μόνο να υπηρετεί την ιδια την ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και τις ιδέες των δύο αυτών Μοντερνιστών. Αυτό όλο ήταν μια πολύ καλή άσκηση για να εμβαθύνω σε σχέση με την τραγωδία και την πρόσληψή της από διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Συνέχισα την έρευνα πάνω στην τραγωδία κι αυτό με οδήγησε σε νέα μονοπάτια, όπως στη σχέση της Τραγωδίας με τη Φιλοσοφία. Δούλεψα τις σκηνογραφικές μου ιδέες σε σχέση με τις θεωρίες σύγχρονων φιλοσόφων, όπως η Judith Butler καθώς επίσης πειραματίστικα πάνω στις ιδέες αυτές με άλλους σκηνογράφους και performers. Προχωρώντας την έρευνά μου παραπέρα, αποφάσισα να πειραματιστώ με τις ίδιες ιδέες, αυτή τη φορά όμως μεταφράζοντάς τες σε κοστούμια. Τα κοστούμια που έφτιαξα, δεν είναι ακριβώς κοστούμια με την κλασική έννοια˙ είναι πιο πολύ κατασκευάσματα για το σώμα, τα οποία γίνονται ικανά κατά κάποιο τρόπο να επικοινωνήσουν αυτά που περνάει το τραγικό σώμα. Η δουλειά αυτή έχει τίτλο «Greek Precarious Body» και παρουσιάστηκε στην ομαδική έκθεση SCENOGRAPHY OPEN STUDIO, RCSSD, London 2017. Είναι μία εργασία στην οποία δουλεύω ακόμη και πάνω στην οποία θέλω να συνεχίσω την έρευνά μου επειδή πάνω απ΄όλα με οδηγεί στο να ανακαλύπτω νέα γνώση, κι αυτό με γεμίζει ενθουσιασμό! Η δουλειά αυτή είναι ένα αποτέλεσμα που ήρθε από το ίδιο το υλικό της τραγωδίας, από την έρευνά μου στη συγχρονη φιλοσοφία και από την επιμονή να παραμένουμε με την ομάδα στο στάδιο της δημιουργικής διαδικασίας δοκιμάζοντας πολλά διαφορετικά πράγματα, χωρίς να βιαζόμαστε να ολοκληρώσουμε το project.

Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που μας γοητεύει ακόμη στην Αρχαία ελληνική τραγωδία;

Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία πραγματεύεται τα μεγάλα προφανή υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου. Δεν είναι κάτι που θα παρακολουθήσει κανείς και θα έρθει γρήγορα σε κάποιο συμπέρασμα για το ποιος φέρει την ευθύνη για τον πόνο του άλλου. Αντίθετα, είναι κάτι που μας χτυπάει κατά μέτωπο με αλήθειες και μας αφήνει με ανοιχτά ερωτήματα για την ανθρώπινη ευθύνη, τα οποία ανυψώνονται αναπόφευκτα στις φιλοσοφικές τους διαστάσεις. Η έννοια της ανθρώπινης μοίρας στην Τραγωδία είναι συνδεδεμένη με το Ελληνικό Πάνθεον, το οποίο είναι μια μορφή θρησκείας η οποία είναι ανθρωπόμορφη (οι θεοί έχουν ανθρώπινες αδυναμίες και συμπεριφορές) και στην οποία κανένας μας πια δεν πιστεύει˙ έτσι, προσφέρει ένα πολύ πρόσφορο κοσμικό (με την έννοια του secular) έδαφος για να επανεξετάσουμε φιλοσοφικά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο λογος λοιπόν που μας γοητεύει, και που εξηγεί και την αναβίωσή της άλλωστε, πιστεύω είναι ότι μας αφορά όλους και πάντα, χωρίς να έχει σημασία η ηλικία μας, το φύλο, το χρώμα, η εθνικότητα, η σεξουαλική προτίμηση, η κουλτούρα, η θρησκεία, οτιδήποτε. Θα τολμούσα να πω κι ότι μας ενώνει ασυνείδητα, θυμίζοντάς μας ότι όλοι υποφέρουμε από τα ιδια πράγματα.

Χορεύοντας στην Ομίχλη (photo credit Θεοχάρης Καραμάνης)

Greek Precarious Body (photo credit Jemima Yong)