H Χρυσάνθη Κορνηλίου μας μαθαίνει να αγαπάμε το θέατρο – Συνέντευξη

Ο πολυχώρος πολιτισμού Διέλευσις στην Κυψέλη μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε εκδηλώσεις και παραστάσεις με υψηλό καλλιτεχνικό κριτήριο και αρτιότητα στην παρουσίαση και παραγωγή. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση Άμλετ-Τέλμα, που παίχτηκε τις δύο προηγούμενες χρονιές στο Διέλευσις, επιστρέφω και φέτος, για την νέα παράσταση Η Ζωή είναι Όνειρο (από 16/12) για να συζητήσω με την σκηνοθέτιδα και καλλιτεχνική διευθύντρια του χώρου Χρυσάνθη Κορνηλίου.

Χρυσάνθη φέτος, μετά τον Σαίξπηρ, είναι η σειρά του ισπανού συγγραφέα Καλντερόν ντε λα Μπάρκα να περάσει από την σκηνή του Διέλευσις. Νιώθεις ίσως πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να συναντηθείς με το Η Ζωή είναι Όνειρο;

Με το έργο αυτό έχω συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια, απλώς τώρα ήρθε η στιγμή να το ανεβάσω.

Στο έργο αυτό παρακολουθούμε την εξέλιξη του πρίγκιπα Σιγισμούνδου στο μυθικό βασίλειο της Πολωνίας. Γιατί πιστεύεις ότι ο συγγραφέας τοποθετεί την δράση εκεί; Σε ποιές κοινωνικές συνθήκες την εποχής ανταποκρίνεται το έργο, και με ποιό τρόπο είναι επίκαιρο σήμερα;

Ο Καλντερόν, όπως και ο Σαίξπηρ επίσης, επιλέγουν χώρες μυθικές που δεν έχουν καμιά ιστορική βάση, απλώς εξυπηρετούν τη μυθοπλασία των έργων του. Έγραφε κυρίως θρησκευτικά δράματα, τα λεγόμενα autos sacramentalles. Ο ίδιος ήταν ιερέας όπως και ο πατέρας του. Είχε ο ίδιος αναπτύξει μια ιδιαίτερα έντονη μεταφυσική σκέψη και τα υπαρξιακά του ερωτηματικά αποτυπώνονται στο έργο αυτό, το οποίο είναι μια αλληγορία, ένα παραμύθι, επηρεασμένο από ιστορίες της Ανατολής. Μέσα σε αυτό, ο ίδιος βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει την αγωνία των ερωτημάτων που τον βασανίζουν αλλά και να δηλώσει τη δική του προσωπική θέση και άποψη για την ζωή. Εάν το έργο είναι επίκαιρο είναι γιατί τα ερωτήματα αυτά υπάρχουν και σήμερα, είτε το συνειδητοποιεί κανείς είτε όχι. Και γι’ αυτό, αν και το έργο έχει γραφτεί τον 17ο αιώνα, συνεχίζει να είναι επίκαιρο και θα μένει επίκαιρο όσο το πνεύμα του ανθρώπου στέκει μετέωρο αναζητώντας μια απάντηση γι’ αυτά.

Ένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα του έργου είναι (σε δική μου μετάφραση): “Τι είναι η ζωή; Μια τρέλα. Τι είναι η ζωή; Μια ψευδαίσθηση, μια σκιά, μια ιστορία. Και το μεγαλύτερο καλό είναι κι αυτό λίγο, γιατί όλη η ζωή είναι ένα όνειρο, και τα όνειρα είναι κι αυτά απλώς όνειρα.” Ποιος χαρακτήρας το λέει αυτό, και ποια είναι τελικά η εμπιστοσύνη που δείχνει ο συγγραφέας (μέσω του έργου) στη δύναμη της ζωής;

Αυτά τα λέει ο Σιγισμούνδος, ο βασικός ήρωας του έργου. Φαίνεται πως ο συγγραφέας θεωρεί την ζωή σαν ένα σκηνικό, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος θα παίξει τον ρόλο που θα επιλέξει, συνταιριάζοντας την ιδιαίτερη φύση του με τις θελήσεις και τις αποφάσεις του. Επομένως στο έργο που γράφει ο συγγραφέας, φαίνεται η δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει ο ίδιος συγγραφέας της ζωής του. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό το φτιαγμένο με υλικά του ονείρου οι πράξεις του ανθρώπου συνθέτουν την προσωπική του ιστορία και της δίνουν την ποιότητα που αυτός αποφασίζει. Γιατί είτε μέσα σε μια φυλακή, είτε μέσα σε ένα παλάτι, έχει τη δυνατότητα να κινηθεί σαν ελεύθερο πνεύμα που τις αξίες του τις υπαγορεύει η συνείδησή του και όχι η συγκυρία των συνθηκών της ζωής του.

Τα τελευταία χρόνια σε πολλές παραστάσεις κλασικών έργων, ιδίως στο εξωτερικό, η παρουσίαση (σκηνικά, κοστούμια κλπ) παραπέμπει στην σύγχρονη εποχή, οι συντελεστές δηλαδή προσπαθούν να δημιουργήσουν μια επικαιροποιημένη σχέση του έργου με το σήμερα. Τι γνώμη έχεις για αυτό το σύγχρονο ρεύμα; Σε έχει επηρεάσει στην προσέγγισή σου;

Θεωρώ ότι η επικαιροποιημένη σχέση ενός έργου με το σήμερα δεν έχει να κάνει με τα σκηνικά και τα κοστούμια της σύγχρονης εποχής (με την Αριστοτελική «όψη» δηλαδή), αλλά με το πόσο διακρίνει κανείς με την ανάγνωσή του ότι τα σημαινόμενα ενός έργου αφορούν και το σήμερα. Μπορεί κανείς να διαχειριστεί την «όψη» αυτή όπως θέλει, εάν αυτό γίνεται ένα ικανό σημαίνον για τον θεατή που απελευθερώνει «ουσίες» του έργου τέτοιες που τον αφορούν. Το έργο δεν γίνεται σύγχρονο επειδή ο ηθοποιός φορά σύγχρονα ρούχα. Δεν είναι το ράσο που κάνει τον παπά. Πρέπει κανείς να θέσει το ερώτημα αν ικανοποιούνται τα αιτήματα ενός κοινού που πάει στο θέατρο όχι απλώς για διασκέδαση αλλά με την ελπίδα να βρει κάτι που θα του φωτίσει τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, που θα του κινήσει ένα γνήσιο ενδιαφέρον και θα τον κάνει να νιώσει πως είναι ακόμα ζωντανός. Αυτό είναι που κάνει ένα έργο σύγχρονο και επίκαιρο. Αλλά για να κάνει κανείς κάτι τέτοιο πρέπει να έχει για να δώσει. Αλλιώς «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Και τότε επιστρατεύονται ξεγελάσματα εκσυγχρονισμών. Αλλά τι να το κάνεις αν οι ελπίδες ματαιώνονται και φεύγει κανείς από μια αίθουσα πιο φτωχός και άδειος από πριν μπει και φτωχότερος ακόμα όσο το αντίτιμο του εισιτηρίου που πληρώνει; Τα ρούχα και τα αντικείμενα είναι μόδες που περνούν. Αν εξυπηρετεί κάτι στην αισθητική ή την νοηματοδότηση μιας παράστασης έχει καλώς. Όμως αυτό που πρέπει κανείς να έχει υπόψη του είναι ότι η φλόγα που καίει την καρδιά μέσα από προβληματισμούς που συγκλονίζουν είναι εκεί και δεν θα υποχωρήσει παρά με την ειλικρινή ικανοποίησή της.

Παράλληλα με το Η Ζωή είναι Όνειρο μπορεί κανείς να δει μέσα στους επόμενους μήνες στο Διέλευσις και άλλα πράγματα, εκθέσεις εικαστικών, μουσικές παραστάσεις, ομιλίες, περισσότερο θέατρο. Πώς ανταποκρίνεσαι στην διαχείριση όλων αυτών των δραστηριοτήτων; Σε απορροφούν ίσως από το καθαυτό καλλιτεχνικό έργο;

Απλώς το επιχειρηματικό κομμάτι με αποσυντονίζει. Είναι σαν να προσπαθείς ν’ ακούσεις μια εσωτερική μουσική και να παρεμβάλλονται παράσιτα διαρκώς. Δεν είναι ο,τι καλύτερο. Όμως όσα έχουν να κάνουν με τις δραστηριότητες καθ’ εαυτές εφόσον εμπεριέχουν την ποιότητα που αναζητώ, γίνονται κομμάτι της δραστηριότητας που ενεργείται. Και έτσι, αν και κουράζεται κανείς, ωστόσο νιώθει και μια ψυχική ικανοποίηση εφόσον όλα αυτά είναι συμβατά με τις επιλογές του.

Τα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτησή σου από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, έπαιξες σε παραστάσεις γνωστών θιάσων (Καλογεροπούλου, Καρέζη, Φέρτη, Κατράκη κ.α.) αλλά και στο Εθνικό. Στη συνέχεια στρέφεσαι προς άλλες κατευθύνσεις, τη διδασκαλία, τη σκηνοθεσία, την αρθογραφία, τον εθελοντισμό κ.α. Ήταν επιλογή σου να μην συνεχίσεις ενεργά ως ηθοποιός και να βάλεις άλλες προτεραιότητες;

Κατά κάποιον τρόπο παίξαν και οι συγκυρίες τον ρόλο τους, όπως και η κατάσταση της υγείας μου. Ωστόσο, ένιωθα πάντα ότι δεν είμαι μόνο ένα πράγμα. Η σκηνοθεσία με απορρόφησε πιο πολύ απ’ όλα όμως γιατί έμαθα ότι γεννώ με κάθε έργο έναν κόσμο από την αρχή.

Σε έχουν εμπιστευτεί ως σκηνοθέτρια πολλοί καλοί ηθοποιοί όπως ο Νίκος Αλεξίου, η Μαρία Αλειφέρη, ο Κωνσταντίνος Συράκης, ο Γιάννης Μπόγρης, η Μαρία Μαλλούχου κ.α. Πώς εξελίσσεται με τα χρόνια η σχέση σου με τους ηθοποιούς που συνεργάζεσαι; Ισχύει για σένα ότι για να αγαπάει κανείς το θέατρο πρέπει πάνω απ’ όλα να αγαπάει τους ηθοποιούς;

Για να αγαπάει κανείς το θέατρο, πρέπει να είναι γεννημένος για το θέατρο. Αυτός είναι ο πρώτος όρος ο δεύτερος που εξαρτάται άμεσα από τον πρώτο, είναι να αποκτά κανείς ικανή παιδεία που θα του επιτρέψει να γίνει αυτό για το οποίο γεννήθηκε. Και ο τρίτος είναι αυτός που θα αναδείξει τους δύο πρώτους. Να ξέρει να αγαπά ή αν δεν ξέρει, να μάθει. Γιατί αν δεν μάθει ακυρώνεται όλη του η ύπαρξη. Αλλά τι σημαίνει να μάθει κανείς να αγαπά; Αυτό δεν μαθαίνεται σε κάποιο σχολείο. Πρέπει να κάνει μέσα του χώρο. Να πετάξει σκουπίδια. Εργασία ζωής. Η σχέση μου με τους ηθοποιούς μου έχει δώσει πολύ υλικό για αυτή την εργασία. Ήταν ένα εκπαιδευτήριο που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο στη ζωή μου. Ένα εκπαιδευτήριο που σε αναγκάζει σε μια ταχύρυθμη εξέλιξη. Είναι ένας συμπυκνωτής εμπειρίας και ένα καμίνι αλχημικής μεταστοιχείωσης.

Πώς νιώθεις όταν σε μια παράσταση εκτός από την σκηνοθεσία, αναλαμβάνεις και να παίξεις; Ποια είναι η δυσκολία όταν εκτός των άλλων πρέπει να σκηνοθετήσεις και τον εαυτό σου;

Είναι κάτι πολύ δύσκολο. Βασικά ο ηθοποιός δεν μπορεί να αυτοσκηνοθετηθεί. Είναι λάθος. Γι’ αυτό χρειάζομαι πάντα κάποιον που εμπιστεύομαι για να με ελέγχει. Ποτέ δεν μπορείς να δεις τον εαυτό σου απ’ έξω και απορώ με ηθοποιούς που παρεμβαίνουν στο έργο του σκηνοθέτη και τον αφοπλίζουν στην προσπάθεια που κάνει να τους εντάξει μέσα σε ένα αρμονικό σύνολο. Κι αυτό το κάνουν όσοι η παιδεία τους είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη ματαιοδοξία τους. Αυτό είναι καταστροφή για την καλλιτεχνική δημιουργία. Τόσο για τον σκηνοθέτη, όσο και για τον ηθοποιό. Γι’ αυτό θεωρώ πολύ πιο δύσκολο (και σχεδόν λύση ανάγκης) να παίξω έναν ρόλο χωρίς σκηνοθέτη παρά να σκηνοθετήσω το πιο δύσκολο έργο. Ένα από τα πιο θλιβερά πράγματα είναι ο καλλιτέχνης να μην ξέρει ή να μην μπορεί να αποδεχτεί τον δικό του ρόλο μέσα σε ένα ομαδικό εγχείρημα. Θα κάνει μόνο ζημιά που θα την πληρώσουν όλοι.

Πώς επέλεξες την Κυψέλη ως έδρα του Διέλευσις; Υπάρχει κάποιο κομμάτι της κοινωνικής ή καλλιτεχνικής ιστορίας της περιοχής με την οποία συνδέεσαι;

Η επιλογή δεν ήταν σκόπιμη από μένα· ήταν συγκυριακή. Ωστόσο, η πορεία δείχνει ότι δεν ήταν τυχαία, όπως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αυτό το ρίζωμα και ο τρόπος που έγινε αναπτύσσεται μαρτυρεί κάτι άλλο. Αλλά δεν μπορούμε να τα ξέρουμε όλα. Βλέπουμε μόνο το αποτέλεσμα και εστιάζουμε σε αυτό. Ίσως αργότερα καταλάβουμε περισσότερα πράγματα.