Ένα Δείπνο με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο – Συνέντευξη

Αν δεν έχεις δει τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο να γεμίζει μόνος του μια ολόκληρη ορχήστρα αρχαίου θεάτρου και να μην ακούγεται ανάσα από το κοινό που παρακολουθεί με προσοχή, δεν έχεις δει ελληνικό θέατρο. Ο ίδιος δεν έχει παίξει ακόμα Οιδίποδα Τύραννο ή Προμηθέα Δεσμώτη, αλλά αν γίνει κάτι τέτοιο, προσωπικά δεσμεύομαι ότι θα κατασκηνώσω απ’ έξω – πώς κάνουν οι φίλαθλοι του τένις για να παρακολουθήσουν αγώνα στο Wimbledon; Κάπως έτσι – για να καλύψω το θεατρικό γεγονός της χρονιάς. Προς το παρόν μπορεί να τον δει κανείς στον ρόλο του Σερζ Λόμαν, στην παράσταση Το Δείπνο, που συνεχίζεται στο Σύγχρονο Θέατρο .

Στο Δείπνο, του Χέρμαν Κοχ, εσύ κάνεις τον Σερζ, που είναι ένας πολιτικός υποψήφιος για την πρωθυπουργία, και ο Στέλιος Μάινας τον αδερφό σου Πωλ που είναι καθηγητής ιστορίας. Τι διαφορές έχουν οι δύο χαρακτήρες και πού βρίσκεται η σύγκρουση ανάμεσά τους;

Ο Σέρζ, με ακριβά γούστα, με ένα χαμόγελο κολλημένο στα χείλη, όπως επιβάλει η σύγχρονη εικόνα ενός πολιτικού, με οικολογικές ευαισθησίες – προτιμά εστιατόρια όπου τα ζώα σφάζονται κάτω από συνθήκες που τα σέβονται -, με τριτοκοσμικές ανησυχίες – έχει υιοθετήσει ένα παιδάκι από την Αφρική θεωρώντας προφανώς οτι θα του είναι χρήσιμο στην εικόνα του -, με νεοαποκτηθέντα χόμπυ, όπως το κρασί, για να μπορεί να έχει σικ θέματα συζήτησης στις παρέες, ακολουθεί την πολιτική ορθότητα θεωρώντας οτι η “τιμωρία” μπορεί να είναι η μόνη λύση. Από την άλλη ο Πωλ, με ανορθόδοξες και “πρωτότυπες” απόψεις, με αίσθημα ανωτερότητας, βίαιος, με διαστρεβλωμένη οπτική και υπόνοιες για ψυχική ασθένεια. Αλλά και οι δύο με “κόκκινες γραμμές”. Ο πρώτος αδυνατεί να τις ξεπεράσει, όμως ο Πωλ θα κάνει οτιδήποτε για να διατηρήσει την “μικρή” του ευτυχία. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, που η αρχή της αντιπαράθεσης , κρύβεται μάλλον στα παιδικά χρόνια, σ’αυτόν τον σκληρό και συχνά καταστροφικό πυρήνα που λέγεται οικογένεια.

Ποιο είναι το μάθημα ζωής που παίρνει ο δικός σου ο χαρακτήρας; Πώς ξεκινάει και πώς καταλήγει;

Ίσως να καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να τα βάλεις με την οικογένεια, οτι οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Ίσως οτι σε έναν τόσο βίαιο κόσμο, η επιβίωση μπορεί να είναι πάνω από την ηθική και την δικαιοσύνη, η προσπάθεια να κρατήσεις την ευτυχία που έχεις κατακτήσει, θα αποκαλύψει το κτήνος που κρύβεται μέσα μας και είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να ξεπηδήσει. Πάντως σίγουρα δεν βγαίνει αλώβητος από αυτή την συνάντηση. Το σημαντικότερο για μένα είναι ότι χάνει τον εαυτό του. Ο κόσμος του μπερδεύεται, οι σταθερές του χάνονται.

Στο πρόμο βίντεο της παράστασης λες: “Τελικά αποφάσισα να μην ασκήσω δίωξη στην Κλερ Λόμαν, την γυναίκα του αδερφού μου, ήταν ένα ατύχημα.” Πώς προϊδεάζει τον θεατή αυτή η δήλωση;

Μιλάει κατ’ αρχήν για την βία που υπάρχει σε όλο το έργο.  Μιλάει για την οικογένεια, για κατεστραμμένες σχέσεις. Για την προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας. Μα περισσότερο για τα “μικρά” μυστικά που συνθέτουν και καταστρέφουν την ζωή.

Βρίσκεις κοινά ανάμεσα σε αυτό το έργο και άλλα σύγχρονα έργα, όπως το Ο Θεός της Σφαγής για παράδειγμα;

Ναι, υπάρχουν κοινά σημεία, και με τον “Θεό της σφαγής”  αλλά και με άλλα έργα.  Μόνο που το “Δείπνο” αισθάνομαι οτι κινείται σε περισσότερα επίπεδα, είναι πιο άγριο, πιο σύγχρονο, με μεγαλύτερη εμβάθυνση στην ανθρώπινη ψυχή. Και έχει ένα εξαιρετικό εύρημα, αφού η εξέλιξη της ιστορίας ακολουθεί την πορεία ενός υπέροχου δείπνου, όσο ανεβαίνει η πολυπλοκότητα και η αισθητική των υπέροχων πιάτων που σερβίρονται, τόσο η ηθική γλυστρά μέσα από τα δάχτυλα των ηρώων και χάνεται.

Ποιος έκανε την θεατρική μεταφορά που χρησιμοποιείται για αυτή την παράσταση; Τι διαφορές έχει από το βιβλίο και τις ταινίες;

Την διασκευή για το θέατρο υπογράφει ο Κέις Πρινς, Ολλανδός και φίλος του συγγραφέα Χέρμαν Κοχ. Πάντα μια διασκευή βιβλίου για το θέατρο ή τον κινηματογράφο, είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά γιατί είναι διαφορετικοί τρόποι αφήγησης, αναγκαστικά αλλάζεις πράγματα για να κρατήσεις το “πνεύμα” του έργου. Έτσι και εμείς έχουμε κάποιες διαφορές. Η μεγαλύτερη είναι ότι εδώ ο θεατής ξέρει από την αρχή για την δολοφονία της άστεγης από τα παιδιά, κάτι που στο βιβλίο γίνεται πολύ αργότερα,  με αποτέλεσμα όλες αυτές οι ανούσιες συζητήσεις που γίνονται στο δείπνο να μεταφράζονται αλλιώς από τον θεατή, και αυτή η αναμονή μέχρι να αρχίσουν να μιλούν για το θέμα για το οποίο έχουν συναντηθεί, να δημιουργεί μεγαλύτερη ένταση.

Θέλεις να έχεις ελευθερία στην διαμόρφωση του χαρακτήρα που δουλεύεις για κάθε παράσταση;

Φυσικά και θέλω να είμαι ελεύθερος στην πρόβα να προτείνω και να δοκιμάσω ό,τι θέλω, να συνδιαμορφώσουμε με τον σκηνοθέτη τον χαρακτήρα που όμως υπηρετεί την παράσταση. Ο ηθοποιός είναι αυτός που θα ζήσει με τον ρόλο για μήνες, είναι αδιανόητο να μην έχει πάρει ενεργό μέρος στην διαδικασία του. Κάποτε ένας σκηνοθέτης, όταν τον ρώτησα για κάποιο σημείο του ρόλου, μου είπε οτι είμαστε είκοσι μέρες πριν την πρεμιέρα, άρα εσύ σαν ηθοποιός ξέρεις πολύ περισσότερα πράγματα για τον ρόλο από τον σκηνοθέτη, και συμφωνώ απόλυτα με αυτό.

Δουλεύεις πολύ με την σωματική κίνηση αλλά και τη φωνή στις παραστάσεις. Όλο αυτό είναι προϊόν προσωπικής δουλειάς με τις δυνατότητές σου; Σε προετοίμασαν γι’ αυτό οι σπουδές σου στο Θέατρο Τέχνης;

Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν διδάσκεται στις σχολές ένα συγκεκριμένο σύστημα υποκριτικής. Διαφορετικοί καθηγητές, ζητούν από τα παιδιά τελείως διαφορετικά πράγματα, διαφορετικές αισθητικές και κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα οι σπουδαστές να μπερδεύονται, να καλούνται συχνά να αποφασίσουν τι τους είναι πιο χρήσιμο. Οι τεχνικοί και αισθητικοί όροι της δουλειάς μας έχουν διαφορετικό νόημα για τον καθένα μας, με δυσκολία βρίσκεις ανθρώπους που μπορείς να συνεννοηθείς για τα βασικά. Η έμπνευση προσπαθεί να αντικαταστήσει την ανυπαρξία τεχνικής ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή η σιγουριά της τεχνικής να δημιουργήσει τον χώρο για να “υπάρξει” στην σκηνή.

Η περσινή παράστασή σου Άμλετ Οργή θα επαναληφθεί;

Ναι, ο Άμλετ-Oργή θα επαναληφθεί για πολύ λίγες παραστάσεις στο θέατρο Αργώ, στα μέσα Ιανουαρίου. Είναι μια πολύ προσωπική δουλειά, εξαιρετικά δύσκολη τεχνικά και ερμηνευτικά και διαρκώς εξελισσόμενη. Και αυτό μου αρέσει πολύ. Μια παράσταση να μην τελειώνει, να μην παγιώνεται με το τέλος των προβών, αλλά να είναι μια διαρκής αναζήτηση του έργου και της αλήθειας.

Στο θέατρο τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκες με Πίντερ, Μπέκετ, Στίβεν Κίνγκ, Lotte Vekemans, και το καλοκαίρι θα είσαι στις Δαναΐδες του Κάλβου στο Φεστιβάλ Αθηνών. Δίνεις την εντύπωση πως θέλεις να πηγαίνεις από τη μια δουλειά στην άλλη με καλλιτεχνικό όραμα, δηλαδή πως προσπαθείς να επιλέγεις δουλειές παρά να σε επιλέγουν. Είναι εύκολο κάτι τέτοιο;

Πάντα προσπαθούσα να επιλέγω δουλειές που με αφορούσαν εκείνη την δεδομένη στιγμή, το έργο, ο ρόλος, οι συνεργάτες. Και λέω την συγκεκριμένη στιγμή γιατί έχει μεγάλη σημασία για εμένα ο χρόνος, η φάση που βρίσκομαι, τι ψάχνω εκείνο το διάστημα, τι με αγγίζει, τι χρειάζομαι. Κάτι που δεν σου λέει τίποτα σήμερα, αύριο μπορεί να σου ανοίξει κόσμους. Όπως επίσης ποτέ δεν κάνω πράγματα γιατί “πρέπει”, γιατί θα μου κάνουν “καλό” στην δουλειά μου. Και αυτό είναι δύσκολο γιατί ουσιαστικά βαδίζεις με όρους ερασιτέχνη σε έναν άκρως ανταγωνιστικό χώρο.

Δέκα περίπου χρόνια μετά το Ricordi Mi, η επόμενη ταινία σου είναι και πάλι με την Στέλλα Θεοδωράκη, στο Free Subject. Πες μας λίγα λόγια γι’ αυτό, και για τη συμμετοχή σου στο πρότζεκτ Laboratory of Dilemmas για τη Μπιενάλε της Βενετίας.

Με την Στέλλα Θεοδωράκη γνωριστήκαμε στο Ricordi Mi, μια ταινία που αγαπήσαμε πολύ, και από τότε μείναμε φίλοι. Είναι από τους ανθρώπους που έχουν βαθιά γνώση του αντικειμένου, προσωπική ματιά, κριτική οξυδέρκεια, μεγάλη φαντασία, ευαισθησία και χιούμορ. Το “Ελεύθερο Θέμα” είναι μία ταινία για την ελευθερία στην τέχνη, για την σχέση τέχνης και ζωής. Την είδα πρόσφατα και είναι σπουδαία. Το “Εργαστήριο Διλλημάτων” του Γιώργου Δρίβα είναι επίσης μία καταπληκτική δουλειά που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις στην Βενετία. Ένας σκηνοθέτης με έντονη παρουσία στο εξωτερικό, ιδιαίτερα εικαστικός, με απόλυτο έλεγχο του υλικού του, δημιουργεί εδώ τέτοια εμπλοκή στον θεατή, που γίνεται ο ίδιος ένα εργαστήριο διλλημάτων. Ένας νοητικός λαβύρινθος, που με μαγικό τρόπο δημιουργεί συναίσθημα.

Σε πρόσφατη συνέντευξη που καναμε με την Μάνια Παπαδημητρίου, την ρωτήσαμε τι θυμάται από τον Κάρολο Κουν, και μας είπε το εξής περιστατικό: “Το πιο σημαντικό είναι κάτι που απάντησε στον Γιώργο Λαζάνη που του είπε οτι ο Γιαν Κοτ, ο μεγάλος θεωρητικός του θεάτρου, λέει ότι η τραγωδία είναι φως. Τότε ο Κουν, που δεν μπορούσε και πολύ να ακούει θεωρία, απάντησε με θυμό: “Εγώ στο φως δεν βλέπω παρά τα τσιγάρα και το φλιτζάνι του καφέ. Πρέπει να περάσεις από το σκοτάδι για να βγεις στο φως.” Εσύ τι θα έλεγες; Συμφωνείς με τον Γιαν Κοτ ή με τον Κουν;

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω και με τους δύο, δεν βρίσκω αντικρουόμενες τις θέσεις αυτές. Κι εγώ είμαι άνθρωπος που ψάχνω το φως σε οτιδήποτε, προς το φως τείνω, αυτό με ελκύει. Αλλά το ότι προτιμώ το φως, σημαίνει οτι γνωρίζω πολύ καλά το σκοτάδι, έχω ζήσει μ’ αυτό, υπάρχοντας στο σκοτάδι ψάχνω να βγω στο φως. Και το ακραίο – κυριολεκτικά και μεταφορικά – φως των τραγωδιών μπορούμε να το διανοηθούμε μονάχα μέσα στο σκοτάδι, με τον ίδιο τρόπο που μια φωτογραφία μπορεί να εμφανιστεί μονάχα σε έναν σκοτεινό θάλαμο.

Τι θυμάσαι από τις πρόβες και τις παραστάσεις για το Θαμμένο Παιδί το 1983-84 στο Θέατρο Τέχνης; Ήταν πρόκληση για σένα ο ρόλος του Βινς;

Το “Θαμμένο Παιδί” ήταν το δεύτερο έργο που έπαιξα στο Θέατρο Τέχνης σπουδάζοντας παράλληλα στην Σχολή του Θεάτρου. Ένας ρόλος εξαιρετικά δύσκολος και απαιτητικός, τεχνικά και συναισθηματικά, ιδίως για έναν σπουδαστή. Είχε μεγάλη διαδρομή, σκηνές μεγάλης βιαιότητας, μεθυσιού, έναν τεράστιο μονόλογο ακίνητος μπροστά στο κοινό. Δούλευα τόσο σκληρά, που πέρασα μία εβδομάδα στην κλειστή σχολή του Τέχνης λόγω Χριστουγέννων, μόνος μου, με πολλά μπουκάλια κονιάκ, για να δω τον μηχανισμό του μεθυσιού. Θυμάμαι μέχρι τώρα πολύ έντονα τις πρόβες με τον Κουν. Υπήρχε κάτι μαγικό, η αίσθηση οτι γίνεται κάτι πολύ σημαντικό για το Θέατρο. Θυμάμαι πόσο σύγχρονος ήταν, πόσο ανοιχτός, πόσο διαισθητικός. Το πάθος του, πόσο ακούραστος ήταν. Θυμάμαι μια μέρα στις πρόβες μου είπε ότι σήμερα δεν είμαι πολύ μελετημένος. Όταν ανέφερα οτι δεν έχω πολύ χρόνο για διάβασμα γιατί κάθε μέρα έχω πρόβα το πρωί, μετά Σχολή και το βράδυ παράσταση, μου πρότεινε να μην κοιμάμαι καθόλου!

Νομίζω ότι λείπουν από το ρεπερτόριό σου ένας Οιδίποδας Τύραννος και ένας Προμηθέας Δεσμώτης (εκτός αυτού του ΚΘΒΕ του 2011). Σου τα έχουν προτείνει ποτέ;

Ναι, η αλήθεια είναι οτι και τα δύο έργα τα έχω συζητήσει, αλλά δυστυχώς δεν προχώρησαν οι παραγωγές. Είναι δύσκολα κείμενα, ρόλοι τεράστιοι, που πρέπει να εξασφαλίσεις πολύ καλές συνθήκες για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν. Δεν ψάχνω ρόλους για να πλουτίσω το βιογραφικό μου, αλλά συναντήσεις με ανθρώπους που μπορούν να με ταξιδέψουν.