Η Ζωή είναι Όνειρο… φέτος με την Μαρία Μαλλούχου – Συνέντευξη

photo credit Γαβριήλ Κουτούλιας

Το φετινό θεατρικό ραντεβού με την Μαρία Μαλλούχου είναι στον γνώριμο χώρο του Πολυχώρου Διέλευσις στην Κυψέλη, όπου η σκηνοθέτιδα Χρυσάνθη Κορνηλίου παρουσιάζει το έργο Η Ζωή Είναι Όνειρο, του Πέδρο Καλδερόν Ντε λα Μπάρκα. Ενώ οι πρόβες συνεχίζονται – πριν την πρεμιέρα στις 16/12 – η Μαρία απαντάει στις ερωτήσεις μας σχετικά με την παράσταση αλλά και την πορεία της στο θέατρο.

Μαρία, αυτή είναι η δεύτερη φορά που συνεργάζεσαι με το Διέλευσις. Την πρώτη φορά που σε είχα δει εκεί έκανες την Γερτρούδη στον Άμλετ. Φέτος ποιος ειναι ο ρόλος σου στην νέα παράσταση;

Φέτος έχω την χαρά να βρίσκομαι στην παράσταση ‘Η ζωή είναι όνειρο’ του Calderon de la Barca έχοντας τον ρόλο της Εστέλλας που ανήκει σε βασιλική γενειά. Ο Βασιλιάς Ευστόργιος είχε έναν γιο που τον άφησε στον θρόνο, τον Βασίλειο (τωρινό Βασιλιά) και δύο κόρες, την Κλοριλένη και την Ρεθισούντα. Μητέρα μου είναι η Κλοριλένη γι’αυτο και διεκδικώ τώρα τον θρόνο της Πολωνίας εφόσον θα τον αφήσει ο Βασίλειος μαζί όμως με τον Αστόλφο που είναι γόνος της άλλης θυγατέρας του Ευστόργιου της Ρεθισούντας. Ο Σιγισμούντος είναι επίσης γιός του Βασίλειου και πρόκειται κι αυτός να δοκιμαστεί για τον θρόνο. Ο Αστόλφο κάνει πρόταση στην Εστέλλα να την παντρευτεί για να αναλάβουν κι οι δύο τα βασιλικά καθήκοντα. Το παρελθόν του Αστόλφο αποτελεί κομβικό σημείο για την υπόθεση του έργου. Δεν θα μιλήσω για την συνέχεια της ιστορίας καθώς είναι δέλεαρ για το ενδιαφέρον των θεατών. Να αναφέρω μόνο ως αναφορά στον χαρακτήρα της Εστέλλας πως θεωρείται έξυπνη, όμορφη, ειλικρινής και ιδιόρρυθμη.

Το Η Ζωή Είναι Όνειρο είναι ένα έργο κλασικό, πλούσιο σε νοήματα και δυνατότητες ερμηνείας. Είναι πιστεύεις δίκαιος ο χαρακτηρισμός πως ο συγγραφέας του θεωρείται εφάμιλλος του Σαίξπηρ;

Θεωρείται κορυφαίος δραματουργός του Ισπανικού μπαρόκ με ικανότητες στον ποιητικό λόγο, στην εξέλιξη της πλοκής και βεβαίως στο φιλοσοφικό βάθος. Επηρεασμένος από την θρησκεία, την ηθική και τις αξίες που αυτή προβάλλει. Το έργο του αυτό, από τα πιο γνωστά και πολυπαιγμένα, ανήκει στo είδος των autos sacramentales με αρκετές περιγραφές, σύνθετα νοήματα, συμβολισμούς, με έναν ιδιαίτερο τρόπο να αναδεικνύει το αίσθημα της τιμής και το στοιχείο του πεπρωμένου σε συνάρτηση με την υπαρξιακή αναζήτηση. Η θεματική του, η τελειότητα της δομής και η ποιητική του γλώσσα σαφώς και φτάνουν το μεγαλείο του Σαίξπηρ.

Στην παράσταση Άμλετ-Τέλμα, που δουλέψατε τα τελευταία δύο χρόνια με την Χρυσάνθη Κορνηλίου, η σκηνοθετική άποψη είχε την ιδιαιτερότητα των εμβόλιμων θεωρητικών κειμένων στο κείμενο του Σαίξπηρ, με το εξαιρετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που θυμόμαστε όσοι είδαμε την παράσταση. Αυτή τη φορά θα δούμε μήπως κάτι παρόμοιο; Πώς χειρίζεται το κείμενο του Ντε λα Μπάρκα η σκηνοθέτιδα;

Όχι, φέτος η σκηνοθετική προσέγγιση είναι διαφορετική. Θα έλεγα πως ακολουθεί μία κλασσική κατεύθυνση όπου το κείμενο γίνεται πρωταγωνιστής. Σημασία νομίζω έχουν τα υψηλά νοήματα και οι σχέσεις των χαρακτήρων. Αυτό το καταφέρνει η κ. Χρυσάνθη Κορνηλίου με απλότητα με δυνατές ερμηνείες και διατηρώντας τις ουσίες των φιλοσοφικών ζητημάτων του κειμένου.

Μετράς κιόλας αρκετά χρόνια στα θεατρικά πράγματα στην Αθήνα, και έχεις ενεργή παρουσία σε μεγάλες και μικρότερες παραγωγές. Ποιες από τις δουλειές σου θεωρείς πιο σημαντικές, και ποιες σε έχουν διαμορφώσει;

Θεωρώ ότι κάθε παράσταση προσέδιδε στην υποκριτική και την έρευνά μου ως ηθοποιός σημαντικά στοιχεία εξέλιξης. Σίγουρα ο μονόλογος Δεσποινίς Μαργαρίτα του Ρ. Ατάιντε υπήρξε καθοριστικός γιατί το κείμενο τόσο δυνατό σε μεταπτώσεις προκαλούσε την πραγματική μου αθρώπινη υπόσταση και αυτή ως ηθοποιό. Tεχνικά επιζητούσα να είμαι άρτια, συναισθηματικά πολύ γεμάτη και εν τέλει ‘στράγγιζε το νευρικό μου σύστημα’ κυριολεκτικά. Επίσης επειδή λατρεύω την τραγωδία θα πω τον ρόλο του Πενθέα στις Βάκχες το οποίο με συγκλόνισε και ο οποίος βεβαίως είχε εξίισου φοβερές απαιτήσεις.

Τα τελευταία χρόνια οργανώνετε βραδιές ποίησης με τους Γιάννη Μαλλούχο και Γιούλη Περβολαράκη. Μίλησέ μας για αυτό το πρότζεκτ. Πώς γίνεται η επιλογή των ποιημάτων;

Ήταν μια πρόταση που μου έκαναν ο Γιάννης και η Γιούλη να συμμετέχω σε ένα δικό τους πρότζεκτ ως αφηγήτρια δηλαδή απαγγέλοντας κάποια από τα ποιήματα του Σαχτούρη και του Κατσαρού. Η απαγγελία έδενε στη δομή της παράστασης μαζί με τα υπόλοιπα μελοποιημένα ποιήματα τα οποία τραγουδούσε η Γιούλη Περβολαράκη.Η σύνθεση των ποιημάτων έγινε από τον Γιάννη Μαλλούχο. Παρουσιάστηκε δύο φορές στην Αθήνα ενώ οι ίδιοι τους συνεχίζουν κάποια δικά τους πρότζεκτ στην Βιέννη όπου ζούνε και εργάζονται. Ήταν δική τους η απόφαση της επιλογής των ποιητών ορμώμενοι από δικές τους πεποιθήσεις. Εξαιρετική δουλειά και δύσκολη για μένα που αναλάμβανα την απαγγελία αλλά αποτελούσα και συνδετικό κρίκο με την μουσική και το τραγούδι. Επίσης συναρπαστική η ενασχόληση με δύο κορυφαίους ποιητές που ο καθένας με το δικό του ύφος και στύλ δημιουργούν διαφορετικά ερεθίσματα συναισθήματα και σκέψεις στο κοινό.

Έχεις κερδίσει το 2011 το πρώτο βραβείο σεναρίου στον διαγωνισμό του Ιδρύματος Κακογιάννη για το έργο σου Ράτσα Νεγκατίβα. Πες μας λίγα λόγια για αυτό το έργο. Έχεις προτάσεις για να γίνει ταινία;

Το έργο αυτό γράφτηκε από εμένα και την Βίκυ Θαλασσινού. Ήταν μια ευτυχής συγκυρία που απέδωσε.Το κείμενο επηρεασμένο από την Πρώτη Αγάπη του Κονδυλάκη και την έννοια του ρατσισμού συνδέει το παλιό με το νέο, δύο γυναίκες, δύο διαφορετικές εποχές. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο τώρα,στην σύγχρονη εποχή με ηρωίδα μία ρωσίδα μετανάστρια η οποία για να ξεφύγει από την πορνεία πηγαίνει σε ένα χωριό στην Κρήτη. Εκεί ανακαλύπτει ένα μπαούλο με πράγματα που αποτελούν το έναυσμα και την σύνδεση με την Βαγγελιώ την ηρωίδα του Κονδυλάκη στην Κρήτη του 19ου αιώνα. Με flash back βλέπουμε παράλληλα με την σύγχρονη ιστορία,την παλιά. Την ιστορία δηλαδή ενός ανήλικου αγοριού 14 χρονών που είναι ερωτευμένο με μία κοπέλα 20 χρονών κι ονομάζεται Βαγγελιώ.Η μητέρα του αγοριού ανησυχεί και του απαγορεύει να την βλέπει. Εκείνη παθαίνει φυματίωση και πεθαίνει.Εκείνος δεν μπορεί να την βγάλει από την σκέψη του, τον έχει στοιχειώσει. Ο ρατσισμός λοιπόν σε όλες του τις μορφές,φυλετικό κοινωνικό πολιτισμικό πνευματικό και οι συνέπειές του. Ένα επίκαιρο θέμα που πιστεύω πως αφορά όλους μας. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε ακόμα να βρούμε χρηματοδότηση. Μακάρι κάποια στιγμή να υλοποιηθεί γιατί αξίζει να γίνει ταινία.

Πώς βρέθηκες να περιοδεύεις στην Αμερικη το 2008 και τι αποκόμισες από αυτή την εμπειρία;

Ήμουν στο σχήμα στο Λ. Λοιζίδη με την τραγωδία Βάκχες του Ευρυπίδη και χρηματοδότηση από Ελλάδα και Κύπρο. Παίξαμε σε 22 πολιτείες της Αμερικής και ήταν καταπληκτική εμπειρία. Είχα τον ρόλο του Πενθέα και ήμουν και στον χορό. Βοηθησα στην μετάφραση στα αγγλικά γιατί σε ορισμένες πολιτείες παίζαμε στην αγγλική γλώσσα και επίσης βοήθησα στην εκπαίδευση τεχνικά των ηθοποιών. Νομίζω πως τέτοιες εμπειρίες δεν μπορούν παρά να σε γεμίσουν με συναισθήματα χαράς και ‘εκστασης’… μιας κι αναφερόμαστε στο Διονυσιακό στοιχείο των Βακχών.

Από πότε ξεκίνησες να διοργανώνεις σεμινάρια θεατρικού παιχνιδιού, και τι έχεις αποκομίσει από αυτά σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο;

Είναι πέντα χρόνια που ασχολούμαι με το θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά και σε ενήλικες. Μαθαίνω από τα παιδιά και κλέβω από τους ενήλικες που δεν έχουν καμία θεατρική εμπειρία. Είναι μια διαδικασία που λατρεύω εννοώ η μετάδοση της θεατρικής παιδείας. Με ενδιαφέρει το πρωτογενές υλικό το οποίο μπορεί να το πλάσεις με ασκήσεις. Ο αυθορμητισμος η φαντασία η αντίληψη και το πάθος αυτών των ανθρώπων μου δίνει κι εμένα ώθηση να βλέπω κάθε φορά τα πράγματα σα να είναι η πρώτη φορά. Ανακαλύπτω νέες μεθόδους νέες απόψεις. Διατηρώ επαφές με τους περισσότερους μαθητές μου. Το σεμινάριο με τίτλο την Ιστορία Θα αλλάξω και μια καινούργια θα πλάσω όπου οι συμμετέχοντες έπρεπε με αφορμή την ανάλυση κάποιων παραμυθιών και μύθων να γράψουν δικά τους κείμενα μαζί με την υποκριτική αποτέλεσε μια ξεχωριστή εμπειρία που στο τέλος όπου έκανα την δραματουργική επεξεργασία για να πάμε παράσταση είδα κι εγώ τις δυνατότητές μου σε όλο το φάσμα της καθοδήγησης. Χαίρομαι πολύ γιαυτήν την δουλειά που την έκανα με τον συνεργάτη μου δραματοθεραπευτή Ανδρέα Ελματζόγλου στο Βρυσάκι. Γενικά νομίζω ότι η θεατρική παιδεία πρέπει να διδάσκεται σε όλα τα παιδιά από μικρές ηλικίες και στους ενήλικες διαφορετικών επαγγελματικών κλάδων. Είναι εργαλείο για την ψυχολογία την πνευματική ανάπτυξη και τις αποφάσεις της καθημερινότητας.

Όταν ξεκινούσες στον χώρο του θεάτρου, αλλά και αργότερα, πώς λειτούργησε το οικογενειακό σου περιβάλλον στην εξέλιξή σου; Νιώθεις ίσως να έχεις να διαχειριστείς μια οικογενειακή θεατρική παράδοση που σε καθορίζει;

Η αλήθεια είναι πως ο πατέρας μου δεν ήταν της άποψης να ακολουθήσω ως ηθοποιός. Γι’αυτόν τον λόγο σπούδασα πρώτα στην Αγγλία Αγγλική φιλολογία με Θέατρο και έπειτα έκανα το MASTER μου στο θέατρο. Γιαυτό το πτυχίο μου είναι ισότιμο Θεατρολογίας. Επίσης έχοντας πια καλύψει το μέρος των γονέων με το να έπαιρνα ένα πτυχίο μπόρεσα και έδωσα εξετάσεις στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όπου και αποφοίτησα το 2003. Καλώς τελικά έκανα όλες τις σπουδές μου. Δεν μετανιώνω για τίποτα.Στην εξέλιξη επαγγελματικά δεν θα έλεγα πως είχα κάποια βοήθεια εξαιτίας του πατέρα μου. Όμως ήταν ευτυχισμένη συγκυρία να διαβάζω από μικρή θέατρο λογω της βιβλιοθήκης του πατέρα. Πιστεύω πως μόνο το περιβάλλον που μεγάλωσα ήταν αυτό που μου έδωσε ώθηση ως ηθοποιό εξαιτίας των ερεθισμάτων και της παιδείας που έλαβα και όχι κάποια γονίδια. Επίσης θεωρώ ότι ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί ως μονάδα άρα και εγώ προσπαθώ να καθορίζω την θέση μου στον καλλιτεχνικό χώρο ανεξάρτητα από τον πατέρα μου. Ο καθένας διαγράφει την δική του πορεία. Σέβομαι και εκτιμώ τον πατέρα μου και ως άνθρωπο και ως ηθοποιό. Έκανε εξαιρετική καριέρα με ανεκτίμητο και σπάνιο εγγενής ταλέντο.

Ασχολείσαι με κάτι άλλο αυτόν τον καιρό που μπορείς να ανακοινώσεις;

Τον Φεβρουάριο παίζω στον πολυχώρο Βρυσάκι στην παράσταση Glauce in Progress σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου. Επίσης συνεχίζω τα μαθήματα θεατρικού παιχνιδιού και τα σεμινάρια. Ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη.