Η ταλαντούχα ποιήτρια Κοραλία Ανδρειάδη που την θυμόμαστε λόγω του Γιώργου Θεοτοκά (αλλά όχι μόνο)

Η θρυλική και αναντικατάστατη εκπομπή Παρασκήνιο, ήταν ένας από τους λόγους που όταν είχε κλείσει η ΕΡΤ το 2013, με είχε παρακινήσει να επισκεφτώ τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έξω από την Ελληνική Πρεσβεία στο Λονδίνο, και στα γραφεία του BBC. O καθένας βέβαια είχε το δικό του ευαίσθητο σημείο: άλλος την Φρουτοπία, άλλος την Μπήλιω Τσουκαλα κ.ο.κ.

Bring Bilio Back, έξω από την Ελληνική Πρεσβεία

Το επεισόδιο του Παρασκηνίου για τον Γιώργο Θεοτοκά είναι αυτό που λέμε ‘ενδιαφέρον’. Η καταγωγή του Θεοτοκά αστική, το έργο του πλούσιο. Προτάθηκε και για Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1945.  Όλα καλά μέχρι εδώ. Όταν όμως ξεκινάνε η λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής, από αδιάκριτος αρχίζεις να νιώθεις πως εδώ βρίσκεσαι μάρτυρας σε μια πραγματικά συνταρακτική ιστορία.

Δις παντρεμένος ο λογοτέχνης. Την δεύτερη φορά, μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου (1959), με την πολύ νεότερή του ποιήτρια Κοραλία Ανδρειάδη. Ποιήτρια ακούω. Για να δούμε ένα ποίημά της, από την πρώτη της συλλογή.

Γεμάτη, ζωντανή, σημαντική ποίηση. Που θα έπρεπε να είναι περισσότερο γνωστή. Αλλά ας δούμε τι γίνονται η Κοραλία και ο Γιώργος παρακάτω.

Αυτός 61, αυτή 31, και ετοιμάζονται να παντρευτούν. Πριν τον γάμο ο Γιώργος κάνει όλες τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, για να είναι σίγουρος ότι πρόκειται να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα, ευτυχισμένος στο πλάι της Κοραλίας. Οι εξετάσεις είναι καθαρές και ακολουθεί ο γάμος τον Ιούλιο του 1966.

Λίγους μήνες μετά η Κοραλία δέχεται το καθοριστικό χτύπημα της μοίρας. Ο Θεοτοκάς προσβάλλεται από καρκίνο στο συκώτι, πολύ σύντομα υποκύπτει, και πεθαίνει τον Οκτώβριο του 1966. Η ζωή της Κοραλίας αλλάζει για πάντα.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό ποίημά της από την συλλογή Η Ταυτότητατου 1971.

Η Κοραλία έζησε δέκα χρόνια με την μνήμη του Θεοτοκά. Τον Δεκέμβριο του 1976 αποφασίζει πως δεν θέλει να συνεχίσει να ζει χωρίς τον Γιώργο, και αυτοκτονεί πέφτοντας από την ταράτσα του σπιτιού της.

Σε δεύτερο ντοκυμαντέρ, αφιερωμένο στην Κοραλία, η αδερφή της και ζωγράφος Τζούλια Ανδρειάδου, και ο φίλος της ποιητής Αντώνης Φωστιέρης μιλούν, μεταξύ άλλων, για την Κοραλία. Το σενάριο και η σκηνοθεσία του ντοκιμαντέρ είναι του ανηψιού της Κοραλίας, Νίκου Σταμπουλόπουλου.

Διάφορα ποιήματά της κυκλοφορούν στο facebook:

Η κεντρική οδός
Αυτή η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας
Δεν έχει χελιδόνι, δεν έχει ουρανό.
Μεταλλικός ο ήχος της τους τοίχους της σταυρώνει
Κι οι κήποι λησμονήθηκαν μες στων νεκρών τα μάτια.

Αυτή η κεντρική οδός αδιαφορεί στις φλόγες και στο αίμα
Γελάς κι η υπεροψία της καπνίζει
Βουλιάζεις στη μονοτονία της ασφάλτου
Τα βιαστικά σου βήματα, λαβύρινθος θανάτου.

Δέστε σκοινιά να κρατηθώ μέσα στις μνήμες
Με τ’ άσπρα δέντρα και τις πορφυρές σκιές,
Πάνω στα στήθη των ωραίων αγαλμάτων
Στη χάλκινη ακινησία των αλόγων
Μες στα χαμόγελα γυμνών παιδιών
Που σαν κοράλλια απολιθώθηκαν στην αγκαλιά της.

Τι ωφελούν τα συντριβάνια
Μέσα στη δυναστεία των ανέμων;
Η φωνή μου χάνεται στις φωνές του πλήθους,
Στα πέτρινα σπίτια, στους κρότους των μηχανών.
Πίσω απ’ τα κάγκελα οι θησαυροί,
Σκόνη πυκνή κι αμείλικτη σαν τελευταία κρίση.

Μακριά, με δροσερό κρασί
Και το πουλίς της Άνοιξης στα ουράνια.
Μακριά! Η κεντρική οδός δεν είναι πια δική μας.

====================================

Δέος
Έσπασ’ ο ήχος τη φωτιά,
και τα χλωρά σου δάχτυλα πληγώνουν τ’ άστρα.
Βροντάς καμπάνες κεραυνών, ορμάς, γεννάς, γιορτάζεις
Λάμπεις καινούργιαν Άνοιξη, λάμπεις καινούργιο θάμα
Ωραία, μόνη, τραγική και παραδείσια σκέψη
Ωραία, μόνη, τραγική, σκέψη ανθρωποχαλάστρα
Π’ ανατριχιάζεις παίζοντας της χίμαιρας το δράμα.

Φύσης τυφλής ιέρεια και θείας δημιουργίας
Σκορπίζεις χώμα και νερά και τους ρυθμούς σπαράζεις.
Πετάς στο φως, στην γαλανή των ουρανών της στέψη.
Πετάς το βάρος λύνοντας προαιώνιας μαγείας.

Φεύγεις αποστρακίζοντας την πίστη σου στα πέρατα
Σέρνοντας στ’ άδεια στήθη σου τα δακρυσμένα βρέφη
– Άσπρισ’ η γη, πετρώσανε τα χέρια –
Πάνε χιλιάδες χρόνια
Που τη ζωή σου ζύγισες στων ιερών ταύρων τα κέρατα
Που την ψυχή σου τύλιξες στα νέφη.

Πάνε χιλιάδες χρόνια
Που ο κρότος απ’ το δεκανίκι σου διώχνει τα περιστέρια.

Έσπασ’ ο ήχος τη φωτιά, και τα χλωρά σου δάχτυλα πληγώνουνε τ’ αστέρια.

=================================

Ο αγαπημένος ήταν Οκτώβρης με πουλιά
χόρταινε φως τα μάτια μου
τον ήπιε το νερό στο χώμα.
Θέλω να γεννηθώ ξανά για να τον κλάψω.
Όλα τελειώνουνε στο μαύρο…
*
Πηχτός Οκτώβρης, κατεβάζει σύννεφα πουλιά
και γω κελαηδώ στην ερημιά μαδώντας άνθη.
Το αίμα το δικό μου δεν ξημέρωσε στο φιλί σου.
Όχι δεν μερώνω έτσι, δεν υπάρχω…
*
Αισθηση θερισμένη με τον αέρα
εκείνον τον βέβαιο Οκτώβρη
που πήρε τη θάλασσα μαζί του…
Μην αγριεύεις πάλι αγαπημένε
σ’ αυτό το στερνό καλοκαίρι
που ο χωρισμός κι η αλλαγή
δεν κοστίζουν τίποτα.
Ήσουν ο διάδοχος του Ήλιου
εσύ ο καινούργιος
με ξάφνιασες με τη μέθοδο
της πλημμύρας
πόσο στέγνωσαν όλα ξανά
η ίδια ξύλινη γεύση.
Αλλά το άδειο είναι γεμάτο θεούς…
*
Έχω αντοχή
φτάνει να πεις “μαζί”…
*
-Αγρυπνείτε λοιπόν, μην ξυπνήσω
Μόνο εδώ υπάρχω, μόνο μ’ αυτόν υπάρχω.
*
Μακριά από τους πίδακες των ματιών σου
μακριά από το μαντείο του στήθους σου
φεύγω με τα κοπάδια τα παιδιά
που δίνουνε τον εαυτό τους μ’ ένα σύνθημα.
Άθροισες σε μια νύχτα τη ζωή μου
γέμισες τ’ άδειο κρεβάτι με σπασμούς
με βεγγαλικά την ερημιά της κάμαρας.
Δεν έμαθες τι χρειάζεται για να επιπλέεις,
την επίσημη γλώσσα, τα ψέματα,
και με τον πάταγο των δακρυγόνων εξαφανίστηκες
μέσα στην αυγή με τα μονοξείδια.
Κυκλωμένη από τις κοινές κραυγές
άνοιξα το παράθυρο φώναξα:
-Έχει ο καιρός γυρίσματα.
*
Εσύ, με τις λάμψεις από το αίμα
θ’ αντέξεις.
Θα κλείνεις τη γροθιά σου μαχαίρι
γι’ αυτούς που δεν μοίρασαν σωστά το χώμα
θα καταριέσαι αυτούς που φοράνε καπέλα.
Ξόδεψα τ’ οξυγόνο μου για σένα,
το παρασύνθημα είναι θάνατος, φυλάξου
στην άλλη ζωή θ’ ανταμώσουμε.

=================================

-Έχω αντοχή, φτάνει να πεις μαζί…
.
-Συμμαχήστε με το λουλούδι
Ως την Έκσταση.
Την αποθέωση.
Την αθανασία.

-Έλα, θα γείρω να σου τραγουδήσω
τις νύχτες με φωνές πουλιών,
τα μεσημέρια με φωνές ανέμων και αγγέλων.
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ’ οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων.

Έλα, πλησίασε.
Δες, πως χτυπάει τον αέρα μοναχός.
Άκουσε η ζωή πως ρέει…ρέει…

====================================

Ρώτησα εκείνον που δεν γέλασε ποτέ.
-Γιατί ποτέ δεν γέλασες; Και είπε:
-Υπάρχει τίποτα για να γελάσω;
Ρώτησα εκείνον που γελάει πάντα.
-Γιατί γελας;Και είπε:
-Υπάρχει κάτι για να μη γελάσω;
Είναι καιρός να συμφωνήσουμε με σοβαρότητα.

====================================

-Κρατώντας με στ’ απέραντο καλό σου χέρι
πως γαληνεύω…Απαλά πως σβήνουν οι στιγμές
και μαγικά μ’ αγγίζουν οι ελπίδες.
Σκιρτά η θύμηση στο αίμα, αλλάζει, καίει
το δέρμα φθείρεται αγαπημένο
κι ακόμα με ζεσταίνει, με ζεσταίνει.

Kλαις, αθώο μάτι, ρυάκι δροσερό,
καθώς θροίζουν οι ψυχές μας στα πλατάνια
πουλιά αγιάζουνε τ’ αγέρι,
Γιατί, δάκρυ από φως; Γιατί;

=====================================

”Κύριε, είσαι χρήσιμος
όχι ακόμα όμως, όχι ακόμα’
με χρειάζεσαι
όχι ακόμα όμως, όχι ακόμα’
η εκθαμβωτική λύση
ας μου ανήκει’ σημειώνει, ενώ προσθέτει

Έγώ, το ον, το οργανικό
το εκουσίως κινούμενο
το σπονδυλωτό, το θηλαστικό
εγώ, ο δίχειρ, ο άνθρωπος,
το θήλυ, η Κοραλία, εγώ,
δεν θα σωπάσω τώρα
όχι τώρα
δεν έχω ανάπαυση
όχι πια.’

==================================

-Αγρυπνείται λοιπόν, μη ξυπνήσω
μόνο εδώ υπάρχω, μόνο μ’ αυτόν υπάρχω.

-Θαρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι
και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.

Όσο αδειάζω, τόσο γεμίζω
για σένα, ξέχωρα από σένα
και το δείγμα του εαυτού μου μηδενίζω
για σένα, με σένα μέσα μου.

Τη ζωή μου, το θάνατο μου, μαζί σου
σ΄άλλη ζωή, σ΄άλλο θάνατο, μαζί σου.

Τώρα υπάρχω γιατί θέλω να υπάρχεις
για μένα, ξέχωρα από μένα,
κι’ υπάρχεις, γιατί θέλεις να υπάρχω
για σένα, με σένα, μέσα μου.

=================================

Ήταν ένας μια φορά άγριος, θηρίο/
κι αγαπούσε μια κυρά, ρόδινη κυρά.

Ένα παραμύθι θα σας πω για την Ελένη/
θα σας δείξω το μαχαίρι και μια ωραία ζωγραφιά/
ένα παραμύθι θα σας πω για την Ελένη/
πού’χε μάτια συννεφένια μια φορά.

Ήταν ένας μια φορά ήμερος, αρνί/
κι αγαπούσε μια κυρά, ρόδινη κυρά.

==================================

Θα ξανασμίξουμε.
.
Τούτα τα δύο «εγώ», που ‘γιναν ένα «Εσύ»,
δεν μπορεί να διαλυθούν,
κάπου θα πλανιούνται, κάπου θα συναντηθούν.
Θέλω να ελπίζω, για να μην αυτοκτονήσω
(μην κι ανατραπεί ή τάξη και δεν τον ξαναβρώ ποτέ).

=====================================

Η καταθλιπτική κατάσταση που με βασανίζει
δεν μ’ αφήνει να εργαστώ αποδοτικά πουθενά.(…)
Θαυμάζω τους νέους για την κατάφασή τους στη ζωή,
ήθελα να ‘μαι σαν κι αυτούς,
αλλ’ αλίμονο δεν μπορώ ν’ αγωνιστώ όπως θα ‘θελα (…).
Ο κόσμος ελπίζω να καλυτερέψει. Για όλους.(…)
Τελειώνω τη ζωή μου με τη δική μου θέληση,
και κανένας εκτός από εμένα δεν ευθύνεται για τον θάνατό μου.

Τα Άπαντα της Κοραλίας

Κοραλία και Θεοτοκάς