Ο φωτογράφος Γιάννης Κατσαρής έχει πολλές ιστορίες να μας διηγηθεί… με εικόνες! Συνέντευξη

  • Παρασκήνια απο φωτογράφηση για το Metropolitan University

Συνέντευξη στη Σοφία Ζήση
sofiazissi@laart.uk

Ο Γιάννης Κατσαρής, δραστήριος φωτογράφος και σχεδιαστής φωτισμών που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, μας μίλησε για την προσωπική του πορεία, την αγάπη του για την φωτογραφία ντοκουμέντου, και τα επαγγελματικά του σχέδια.  Η ιδιαίτερη ματιά του και οι θεματικές του επιλογές αναμφίβολα τραβούν την προσοχή με την ποιότητα και την πρωτοτυπία τους. Πώς είναι να είναι κανείς σήμερα καλλιτέχνης αλλά και επαγγελματίας στο Λονδίνο και διεθνώς;

Γιάννη, σε έχει βοηθήσει το οικογενειακό σου περιβάλλον ώστε να ασχοληθείς επαγγελματικά με την φωτογραφία; Πώς εξελίχθηκες σε νεαρή ηλικία;

Από ηλικία 16 χρονών περίπου έιχα αποφασίσει ότι θα ασχοληθώ με τη φωτογραφία. Η αρχική επιρροή ήρθε από τον πατέρα μου που με μιά αναλογική μηχανή με φιλμ έβγαζε πάντα φωτογραφίες κυρίως στις διακοπές. Αλλά και από την μητέρα μου που καθότι αρχιτέκτων και μετά καθηγήτρια εσωτερικής διακόσμησης και Ιστορίας της Τέχνης, μου εμφύσησε ένα γενικότερο ενδιαφέρον για την Τέχνη. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον διαυγές και ανοιχτόμυαλο, με σεβασμό απέναντι στις αποφάσεις μου για την επαγγελματική μου κατάρτιση. Οπότε αντί να δώσω εξετάσεις να περάσω Αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο που τριγύριζε το μυαλό μου, πέρασα στην πρώτη επιλογή που είχα δηλώσει, το Τ.Ε.Ι. Φωτογραφίας

Η συνεργασία σου με το στούντιο Astrazioni Fotografia στην Ιταλία ήταν το πρώτο σου σημαντικό επαγγελματικό βήμα; Πώς προέκυψε και πώς σε βοήθησε να προχωρήσεις;

Κατά την διάρκεια της φοίτησης μου στο Τ.Ε.Ι. δούλευα και σαν βοηθός με δύο έλληνες φωτογράφους. Όμως με την βοήθεια της υποτροφίας του ευρωπαϊκού προγράμματος Leonardo Da Vinci, πήγα στην Ιταλία στο studio Astrazioni Fotografia να ολοκληρώσω την πρακτική μου άσκηση. Η συνεργασία ήταν άψογη και ο διευθυντής φωτογράφος Maurizio Paniccuci μου πρότεινε να επιστέψω αφού τελειώσω τις σπουδές μου και να ξεκινήσω πλέον μια μόνιμη συνεργασία με το studio. Τα δύο χρόνια που πέρασα εκεί υπήρξαν μεγάλο σχολείο. Απέκτησα μεγάλη τεχνογνωσία στο αντικείμενο, ειδικά πάνω στη σημασία του φωτός και τη χρήση του, αλλά και αξιόλογη εμπειρία στην διαχείρηση πελατών, οικονομικού προϋπολογισμού και επαγγελματικής διαίσθησης που είναι σχεδόν τον 50% της δουλειάς ενός φωτογράφου.

Στη συνέχεια έρχεσαι στο Λονδίνο για μεταπτυχιακό στο Φωτορεπορτάζ στο Westminster University. Αυτή η μετάβαση ήταν πιστεύεις η κατάλληλη επιλογή για σένα, τώρα που μπορείς να δεις την πορεία σου αναδρομικά;

Η αγάπη μου για το φωτορεπορτάζ και την φωτογραφία ντοκουμέντου υπήρχε από μικρός, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου αλλά και όσο δούλευα στο στούντιο στην Ιταλία. Πιστεύοντας ότι είχε κλείσει ένας κύκλος της καριέρας μου στην Ιταλία, έδωσα λοιπόν εξετάσεις για την υποτροφία του ΙΚΥ στην Ελλάδα και αφού πέρασα επιτυχώς, αποφάσισα να έρθω Λονδίνο για να προαγματοποιήσω το μεταπτυχιάκό μου πάνω στο φωτορεπορτάζ. Ενώ θαυμάζω τους φωτογράφους επικαιρότητας, είναι μια κατεύθυνση που προσωπικά εμένα δεν μου ταιριάζει. Το μεταπτυχιακό στο Λονδίνο μου έδωσε τα κατάλληλα εργαλεία για να λέω ιστορίες με εικόνες είτε αυτό είναι δημοσίευση σε περιοδικά, μοντάζ βίντεο και multimedia, εμπορικές δουλειές, στήσιμο βιβλίου ή μία έκθεση. Ακόμα δραστηριοποιούμαι στον χώρο του ρεπορτάζ, έχοντας μία μόνιμη συνεργασία με τον πρακτορείο Panos Pictures, ένα διεθνές πρακτορείο εικόνων και βίντεο που ασχολείται σε βάθος με ανθρωπιστικά και κοινωνικά θέματα, όπου και δουλεύω σαν video editor σε προτζεκτ με άλλους φωτογράφους παγκοσμίως.

Η φωτογραφία σου με τον Paul Bradley και τον γιο του Tomus έχει κερδίσει το πρώτο βραβείο στην έκθεση The Face of Hope, του 25ου Διεθνούς Συνεδρίου για το AIDS, Divani Hotel στην Αθήνα το 2013. Μίλησε μας για αυτό το πρότζεκτ. 

Το πρότζεκτ με τον Paul με έχει απορροφήσει για αρκετά χρόνια, προσωπικά και δημιουργικά. Τον γνώρισα το 2006 όταν σπούδαζε στο Academy of Circus Arts για να γίνει επαγγελματίας κλόουν ενώ έκανα τη διατριβή μου για το μεταπτυχιακό ταξιδεύοντας μαζί με τη σχολή. Αυτό που μου κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν η απίστευτη ενέργεια και ευστροφία του αλλά κυρίως πόσο γρήγορα μετά την γνωριμία μας άρχισε να μου εκμυστηρεύετε ιστορίες για τον εαυτό και το παρελθόν του.

Οι βιολογικοί γονείς του ήταν ναρκομανείς με αποτέλεσμα να μεγαλώσει μαζί με τον αδερφό του σε ανάδοχες οικογένειες μέχρι που τους υιοθέτησαν σε ηλικία 10 ετών. Πέρασε άσχημα χρόνια στο σχολείο, εκφοβιζόμενος με τακτικές bullying από τους συμμαθητές του μόνο και μόνο για το χρώμα τών μαλλιών του (ginger) αλλά και τον εξωστρεφή χαρακτήρα του. Όταν ήταν 18 χρονών κατατάχτηκε στο σώμα αλεξιπτωτιστών του Βρετανικού Στρατού όπου υπηρέτησε σε εμπόλεμες ζώνες όπως το Αφγανιστάν, αλλά το bullying δυστυχώς συννεχιστηκε και σε αυτό το περιβάλλον. Το ίδιο διάστημα έχασε τον αδερφό του από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Αποφάσισε να παραιτηθεί από το στρατό και μετά από ένα χρόνο περίπου, αποφάσισε να σπουδάσει να γίνει κλόουν. Σήμερα έχει αποκτήσει ένα γιο με την πρώην σύντροφο του αδερφού του, δραστηριοποιείται σαν κλόουν κυρίως σε παιδικά πάρτυ και απασχολείται και με άλλες χειρονακτικές εφήμερες εργασίες. Δυστυχώς πάσχει αρκετά από Post Traumatic Stress Disorder (PTSD) αλλά πιστεύει πραγματικά πως κάποια ημέρα θα γίνει διάσημος με την τέχνη του.

Η αφοσίωση μου στον Paul είναι παρόμοια με αυτή που έχεις σε ένα φίλο. Πιστεύω ειλικρινά στο πάθος του και θαυμάζω την επιμονή και την ειλικρίνια που αντιμετωπίζει την ζωή του. Βλέπω στο πρόσωπό του αγωνίες και ανησυχίες που αφορούν όλους μας, με την διαφορά ότι ο Paul τα βιώνει όλα σε υπερθετικό βαθμό. Οι κλοόυν, οι σαλτιμπάκγοι, οι αρλεκίνοι και άλλοι παρόμοιοι κωμικοί χαρακτήρες όπως ο Τσαρλι Τσάπλιν ή ο Μπάστερ Κίτον, λειτουργούσαν πάντοτε σαν καθρέφτες και σάτυροι της ζωής όλων μας και η ζωή του Paul, για εμένα αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό.

Το πρότζεκτ είναι συνεχώς σε εξέλιξη. Ενώ έχει αποσπάσει κάποια βραβεία και έχει δημοσιευτεί κατα καιρούς κυρίως μετά από πρόσκληση. Δεν έχω ασχοληθεί να το δημοσιεύσω συχνά γιατί αισθάνομαι ότι κάποια κομμάτια του πάζλ της ζωής του Paul δεν τα έχω αποτυπώσει ακόμα όπως θα ήθελα. Αυτό όμως είναι κάτι που οργανώνω μέσα στην επόμενη χρονιά και σύντομα πιστεύω θα ακούσετε περισσότερο γι’ αυτό.

Μίλησέ μας για την πρόσφατη συμμετοχή σου στην έκθεση Circus Life στο Λονδίνο.

Η πρόσφατη συμμετοχή μου στην έκθεση ήρθε μετά από την πρόσκληση του Martin Burton, του καλλιτεχνικού διευθυντή του γνωστού Zippos Circus στην Αγγλία, όπου και ανήκει και το Academy of Circus Arts για το οποίο είχα δημιουργήσει το βιβλίο Under the Big Top κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου. Συμμετέχοντας με αυτό το βιβλίο σε μια έκθεση που γιορτάζει τα 250 χρόνια από την εμφάνιση των τεχνών του τσίρκο αλλά και τους δημιουργούς που έχουν καταγράψει την μαγεία του, αισθάνομαι πολύ χαρούμενος γιατί παρουσιάστηκε η δουλειά μου ανάμεσα σε αξιόλογους φωτογράφους, σκιτσογράφους, γλύπτες αλλά και ζωγράφους με τεράστιο έργο στον χώρο. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να βλέπεις τη δουλειά σου να εκτίθεται πάλι μετά από 12 χρόνια γιατί τονίζεται έτσι η διαχρονικότητα της φωτογραφίας αλλά και της τέχνης γενικότερα. Ειδικά όταν απεικονίζει μία μορφή τέχνης και ψυχαγωγίας που το μέλλον της είναι αμφίβολο σε μία σύγχρονη ψηφιακή κοινωνία.

Πώς βρίσκεις τις συνθήκες δουλειάς στον τομέα σου στις χώρες που δραστηριοποιείσαι; Στην Ελλάδα θεωρείται εν γένει πως μόνο εκτός της χώρας μπορεί κανείς να κάνει αξιόλογη καριέρα στις τέχνες ή άλλους τομείς. Συμμερίζεσαι αυτή την άποψη;

Όπου και να ζεί κανείς αν θέλει να παράξει έργο θελει επιμονή, υπομονή και σκληρή δουλειά. Η διαφορά μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας είναι οτι στη πρώτη έχεις περισσότερες επιρροές και είσαι εκτεθιμένος σε μία διεθνή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι σαν φωτογράφος μπορείς να απευθυνθείς σε περισσότερο κοινό και ίσως να βρείς πιο εύκολα πελάτες και συνεργάτες που αρμόζουν στην δουλειά σου. Παρ’ όλα υπάρχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι συνάδελφοι με διεθνείς διακρίσεις που μένουν Ελλάδα από επιλογή. Η προσωπική μου καριέρα έχει ξεκινήσει εξωτερικό οπότε δέν έχω ξεκάθαρη εικόνα πώς είναι να ζει κανείς και να δραστηριοποιήται στην Ελλάδα. Σίγουρα υπάρχουν περισσότερα γραφειοκρατικά και οικονομικά εμπόδια και ειδικότερα τελευταία, αλλά όποιος επιμένει βρίσκει λύσεις σε όποια χώρα και να δραστηριοποιήται. Νομζω οτι η Ελλάδα έχει μπει πλέον πιο δυναμικά στον παγκόσμιο καλλιτεχνικό χάρτη, κρίνωντας π.χ. την φιλοξενία της Documenta πέρυσι και στην Αθήνα ή και απο δίαφορα ετήσια διεθνή φεστιβάλ που προσελκύουν όλο και περισσότερες συμμετοχές ετησίως π.χ. Athens Photo Festival.

Ποιά είναι τα βραχυπρόθεσμα και ποια τα μακροπρόθεσμα επαγγελματικά σου σχέδια;

Μαζί με τη ποιήτρια Ναταλία Κατσού θα εκδόσουμε μέσα στο 2019 το βιβλίο Desert Behind, που συνδιάζει φωτογραφίες και ποίηση από ένα πρόσφατο ταξίδι μας στο Μαρόκο. Επίσης μέσα στο 2019 θα αφιερωθώ πιο συστηματικά στο πρότζεκτ μου για τον Paul. Τέλος, η δουλειά μου έχει αρχίσει να έχει απήχηση και σε πιο εμπορικό και διαφημιστικό κοινό, κάτι που με ευχαριστεί πολύ και σκοπεύω να αναπτύξω αυτό το κομμάτι περισσότερο μέσα στα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας με το καινούργιο σάιτ μου που θα είναι live μέσα στον επόμενο μήνα. Σκοπός μου είναι να δουλεύω διεθνώς με πιθανή επιστροφή στην Ελλάδα όπου θα ήθελα να γίνει η μόνιμη βάση μου.