Συνέντευξη με την αρχαιολόγο και ερευνήτρια Μαργαρίτα Νάζου

Συνέντευξη στην Σοφία Ζήση

Η Μαργαρίτα Νάζου σπούδασε αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Λονδίνο (Institute of Archaeology, University College London) με υποτροφίες από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και το Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη. Από το 2016 εργάζεται ως ερευνήτρια στην ομάδα Aegis με επικεφαλής τον καθηγητή Jan Driessen, μέσω του προγράμματος MOVE-IN Louvain (Marie Curie COFUND) με θέμα την προϊστορική κεραμική από το Θορικό.

Πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον σου για την Αρχαιολογία; Είχες εξ αρχής συγκεκριμένη ιδέα για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσεις;

Μικρή διάβαζα τα πάντα. Ήταν το καταφύγιό μου τα βιβλία και μου άνοιγαν κόσμους μαγικούς. Θυμάμαι μια γειτόνισσά μας που έλεγε: «αυτό το κορίτσι, και βιβλίο μαγειρικής να της δώσεις θα το διαβάσει από την αρχή μέχρι το τέλος». Όμως με τραβούσε πιο πολύ η λογοτεχνία παρά η ιστορία και η αρχαιολογία στην παιδική μου ηλικία. Νομίζω ότι διάλεξα την αρχαιολογία γιατί μου προσέφερε την αίσθηση της εκδρομής και της περιπέτειας. Συνέβαλλαν και οι γονείς μου που ήταν ερευνητές στο ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) και τους άρεσε να εργάζονται στο ύπαιθρο για γεωτρήσεις και για έρευνα πεδίου για να φτιαχτούν οι γεωλογικοί χάρτες της Ελλάδας. Άσε που μας τραβολογούσαν σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους και στα μουσεία. Ήταν όμορφα όμως τότε να τρέχουμε και να παίζουμε με τ’αδέρφια μου στην ανθισμένη Βραυρώνα, στον χειμερινό Αμφιαράειο του Ωρωπού και στο πανέμορφο Σούνιο. Για την κατεύθυνση θυμάμαι ότι μου άρεσαν πάντα τα προϊστορικά και ιδίως τα παλαιολιθικά, όντας επηρεασμένη από το βιβλίο της Κίρας Σίνου «Στη χώρα των Μαμούθ». Μπαίνοντας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας με τράβηξε η κλασική αρχαιολογία και η ιστορία τέχνης, και ακολούθησα τέτοια μονοπάτια στις προπτυχιακές μου σπουδές αλλά μετά από μια εξάμηνη παραμονή στο Βερολίνο με το πρόγραμμα Erasmus άλλαξα γνώμη, γιατί μου φάνηκε λίγο ξερή η κυρίαρχη προσέγγιση της κλασικής αρχαιολογίας τότε που επικεντρωνόταν στις λεπτομέρειες του στυλ και της χρονολόγησης και έχανε τη γενική εικόνα και τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις (αν και τώρα έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα και υπάρχουν ενδιαφέρουσες μελέτες της κλασικής αρχαιότητας). Αποφάσισα να πάω στο Λονδίνο για μεταπτυχιακές σπουδές κυρίως λόγω της αίγλης που είχαν τότε τα Βρετανικά Πανεπιστήμια και μετά από παρότρυνση συμμαθητών και φίλων ότι θα ήμασταν μαζί (είμαι κατεξοχήν άνθρωπος της παρέας). Εκεί γνώρισα τον επόπτη της διατριβής μου Todd Whitelaw που είναι εξαιρετικός δάσκαλος και έχει εκπαιδεύσει ολόκληρη στρατιά Ελλήνων και ξένων επιστημόνων. Εκείνος με ενέπνευσε να ασχοληθώ με την προϊστορία του Αιγαίου. Στο Λονδίνο, στο Institute of Archaeology του University College London, σφυρηλατήθηκε η επιστημονική μου προσέγγιση μέσω της συνεργασίας και της επαφής με κορυφαίους ερευνητές παγκοσμίως, πάντα σε θερμό και φιλικό κλίμα και με άφθονη βρετανική μπίρα στις παμπ γύρω από το Βρετανικό Μουσείο (είχαμε και συζητήσεις θεωρίας αρχαιολογίας σε παμπ, το περίφημο pub theory group). Έχω ακόμη μεγάλο ενθουσιασμό για το αντικείμενό μου, αλλά ομολογώ ότι το πιο όμορφο κομμάτι είναι οι φιλικές σχέσεις με τους συναδέλφους από όλο τον κόσμο στα ερευνητικά προγράμματα που συμμετέχω.

Η διδακτορική σου διατριβή έχει να κάνει με την κεραμική στην Αττική και τα κοντινά νησιά κατά την Τελική Νεολιθική και Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Πώς επέλεξες το θέμα και ποιο case study χρησιμοποίησες;

Η ιστορία είναι λίγο επεισοδιακή και όπως συμβαίνει σε πολλές έρευνες με επέλεξε το θέμα μάλλον παρά το επέλεξα εγώ. Αρχικά διαβάζοντας το υπέροχο βιβλίο του Cyprian Broodbank ‘An island archaeology of the Early Cyclades’ ήθελα να ασχοληθώ με τις Κυκλάδες, γιατί η καταγωγή του πατέρα μου είναι από τη Μύκονο και γιατί υπεραγαπώ τα Κυκλαδονήσια, αλλά η πρόσβαση στο υλικό ήταν αδύνατη για μια νέα τότε ερευνήτρια όπως εγώ παρόλο που είχα πλήρη υποτροφία για εκπόνηση διατριβής στο εξωτερικό από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Πριν δέκα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να πάρει κανείς αδημοσίευτο αρχαιολογικό υλικό για διατριβή. Ευτυχώς είχα την τύχη να γνωρίσω την Όλγα Κακαβογιάννη, στυλοβάτη της αρχαιολογίας στην Αττική και πολύ ανοιχτόμυαλη αρχαιολόγο, που μου άνοιξε την πρόσβαση στις αποθήκες των Μουσείων της Ανατολικής Αττικής. Η κυρία Κακαβογιάννη με καθοδήγησε στο να αναλάβω υλικά που εκκρεμούσε η μελέτη τους και με τη βοήθειά της ήταν σχετικά εύκολο να πάρω άδειες μελέτης και δημοσίευσης. Επίσης χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής του ΥΠΠΟΑ, στη Βελγική Σχολή Αθηνών (ιδιαίτερα στους καθηγητές Roald Docter και Πάνο Ιωσήφ) και στο Καναδικό Ινστιτούτο, που με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν τις σχετικές άδειες. Κάπως έτσι ασχολήθηκα με τη μελέτη της κεραμικής, που μπορεί να φαίνεται βαρετή και δύσκολη, με τα χιλιάδες κομματάκια από αγγεία που βρίσκουμε στις ανασκαφές και που δε θα μπορέσει κανείς ποτέ να τα κολλήσει σε ένα ολόκληρο αγγείο γιατί έχουν χαθεί τα περισσότερα κομμάτια τους, σαν ένα ατέλειωτο παζλ. Όμως τί μαγικός κόσμος ανοίγεται με τη μελέτη της κεραμικής: μια «παιδική χαρά ιδεών», όπως έχουν πει οι Orton, Tyers και Vince. Η μελέτη της κεραμικής μπορεί να απαντήσει ερωτήματα για τη χρονολόγηση, την τεχνολογία, την οικονομία, την κοινωνική οργάνωση, τις επαφές και ανταλλαγές και πάνω απ’όλα για τους ανθρώπους που την έφτιαξαν και τη χρησιμοποιούσαν στα σπίτια, στις νεκρικές τους τελετές και στα ταξίδια τους. Τα αρχαία αντικείμενα είναι τα μόνα που απέμειναν από τους προϊστορικούς ανθρώπους που έχουν πια χαθεί και εμείς οι αρχαιολόγοι τα χρησιμοποιούμε για να πούμε την ιστορία τους και να τους ξαναζωντανέψουμε σε μια ατέλειωτη διαδικασία αφήγησης του παρελθόντος μας.

Για τη διατριβή μελέτησα την κεραμική από την αρχαιότερη μεταλλευτική στοά στο Θορικό, και τον οικισμό στο Κιάφα Θίτι Αττικής ως case studies, συγκρίνοντάς τη με άλλο υλικό από άλλες ανασκαφές στην Αττική (αρχαία Αγορά της Αθήνας, σπήλαιο του Κίτσου) και στα γειτονικά της νησιά (Πλακαρή στην Καρυστία Εύβοιας, Κολώνα στην Αίγινα και Κεφάλα στην Κέα). Αυτή η κεραμική χρονολογείται στο τέλος της Νεολιθικής και στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού, εποχές που συνδέονται με την ανάπτυξη της μεταλλουργίας και με μια έντονη κινητικότητα των ανθρώπων στο νότιο Αιγαίο, που αποικίζουν τα μικρά νησιά όπως η Κέα, κατοικούν σε μικρά ή μεγαλύτερα χωριά και θάβουν τους νεκρούς τους σε οργανωμένα νεκροταφεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η μελέτη της κεραμικής από το αρχαιότερο μεταλλείο του Λαυρίου, τη Μεταλλευτική Στοά 3 δίπλα στο αρχαίο θέατρο του Θορικού. Ανακάλυψα ξεχασμένη στο Μουσείο Λαυρίου πιο παλιά κεραμική από το μεταλλείο (περίπου χίλια χρόνια πριν) από αυτήν που είχε αναφερθεί προκαταρκτικά από τους ανασκαφείς και το εύρημα αυτό με προβλημάτισε: μπορεί η παρουσία της κεραμικής να συσχετισθεί με πρώιμες μεταλλευτικές δραστηριότητες; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και το διερευνώ με την μεταδιδακτορική μου έρευνα.

Πώς εξελίχθηκες επαγγελματικά μετά το τέλος του διδακτορικού;

Πέρασα μια δύσκολη περίοδο δύο ετών μετά το διδακτορικό, με πολλές αιτήσεις που έπαιρνα αρνητική απάντηση και απογοητευόμουν. Όμως κατάφερνα να παίρνω μικρά χρηματικά βραβεία και υποτροφίες και συνέχιζα να μελετάω την κεραμική στα μουσεία του Λαυρίου και της Βραυρώνας, να πηγαίνω σε συνέδρια και να δημοσιεύω άρθρα. Τελικά οι κόποι μου ανταμείφθηκαν. Με προσέγγισε ο Διευθυντής της Βελγικής Σχολής Αθηνών Jan Driessen που είναι και από τους πιο αξιόλογους καθηγητές προϊστορικής αρχαιολογίας διεθνώς και με ενθάρρυνε να κάνω αίτηση για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα MOVE-IN Louvain, που συγχρηματοδοτείται από το Marie Curie. Μου τόνισε ότι τα ποσοστά επιτυχίας είναι χαμηλά και ότι ήταν δύσκολο να το πάρουμε, αλλά τελικά τα καταφέραμε και μάλιστα το πρόγραμμα πήρε πολύ υψηλή βαθμολογία. Κάπως έτσι βρέθηκα εδώ και δύο χρόνια να δουλεύω στο Βέλγιο στην ερευνητική ομάδα Aegis. Ήταν πάντα όνειρο για μένα να δουλεύω ως ερευνήτρια και χαίρομαι που τα έχω καταφέρει.

Η εργασία σου και οι δραστηριότητές σου επεκτείνονται και σε άλλους τομείς αρχαιολογικού ενδιαφέροντος εκτός από τον τομέα στον οποίο ειδικεύεσαι;

Ναι βέβαια. Εκτός από τα προϊστορικά χρόνια με ενδιαφέρει και η ιστορία της αρχαιολογίας στην Ελλάδα. Ήθελα εδώ και χρόνια να κάνω κάτι για τη Μύκονο, το νησί των προγόνων μου, που είναι παγκοσμίως γνωστό αλλά μόνο ως τουριστικός προορισμός και όχι για την πλούσια και αξιόλογη ιστορία του. Μου δόθηκε η ευκαιρία το 2015, όταν γνώρισα τον ιστορικό συνάδελφο και φίλο Γιώργο Γάσια, «λαγωνικό» των αρχείων στην Ελλάδα και συνιδρυτή της Εταιρείας Αρχείων Τάξις, που δραστηριοποιείται για τη διάσωση των ιστορικών αρχείων. Εκείνος μου επισήμανε ότι εντόπισε και κατέγραψε με μια ομάδα ιστορικών από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών ολόκληρο το Αρχείο του Δήμου Μυκόνου του 19ου και 20ού αιώνα. Κινητοποιήθηκα να βρω χρήματα για να καλύψουμε τα έξοδά μας και να μπορέσουμε να μελετήσουμε αυτό το αρχείο, και ιδίως τα έγγραφα της εποχής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όταν στο νησί υπάρχει οικονομική κρίση και έρχονται οι Γάλλοι αρχαιολόγοι για ανασκάψουν τη Δήλο. Τελικά με την υποστήριξη της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, και ιδίως των Διευθυντών Alexandre Farnoux και Τάσου Αναστασιάδη, ενταχθήκαμε στο ερευνητικό πρόγραμμα της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Σχολής. Είναι υπέροχο να δουλεύει κανείς με τα αρχεία, και ιδίως αυτής της εποχής. Πραγματικά μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη γέννηση της αρχαιολογίας στην Ελλάδα και το ρόλο των Ευρωπαίων, αλλά και των τοπικών κοινωνιών και ιδίως των Μυκονιατών, που ήταν φτωχοί, αναλφάβητοι και εργάστηκαν εντατικά για να αποκαλύψουν όλη την αρχαία πόλη της Δήλου.

Από το 2016 συνεργάζεσαι με την ομάδα Aegis που ερευνά το προϊστορικό Αιγαίο. Πώς συγκροτήθηκε η ομάδα αυτή και ποια είναι η δραστηριότητά της;

Πρόκειται για ένα δίκτυο ερευνητών αρχαιολόγων που ασχολούνται με το προϊστορικό Αιγαίο, και έχει έδρα του το Πανεπιστήμιο που εργάζομαι, το Université Catholique de Louvain. Κεντρική μορφή της ομάδας είναι ο καθηγητής Jan Driessen. Ανήκει στο Center for the Study of Ancient Worlds (CEMA), που είναι μέρος του INCAL – the Institute of Civilizations, Arts and Letters. Ιδρύθηκε αρχικά το 1999 ως ομάδα TOP (Topography of Power on Minoan Crete), και τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της ομάδας έχουν σταδιακά επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβουν γενικότερα την αρχαιολογία του Αιγαίου και ειδικότερα την πρωτοϊστορική Κρήτη. Οι μελέτες της ομάδας στοχεύουν ιδιαίτερα να κατανοήσουν τις Μινωικές και πολιτικές και κοινωνικές δομές χρησιμοποιώντας μια σειρά διεπιστημονικών προσεγγίσεων. Η ομάδα είναι πολύ δραστήρια με τη διοργάνωση συνεδρίων με ομιλητές από όλο τον κόσμο και με πολλές δημοσιεύσεις.

Τον Απρίλιο του 2018 παρουσιάσατε, μαζί με τον Γιώργο Γάσια, την έρευνά σας για την επίδραση στη Μυκονιάτικη κοινωνία των Γαλλικών ανασκαφών στη Δήλο, στο Καναδικό Ινστιτούτο στην Αθήνα. Μίλησέ μας για αυτή την έρευνα και για την παρουσίαση.

Αυτή η έρευνα είναι το πνευματικό μου καταφύγιο από τις άλλες μου ακαδημαϊκές υποχρεώσεις και είμαι πολύ ενθουσιασμένη που συμμετέχω σε ένα τόσο ενδιαφέρον και διεπιστημονικό πρόγραμμα. Όπως σου είπα είμαι Μυκονιάτισσα στην καταγωγή και θλίβομαι που η Μύκονος έχει συνδεθεί αποκλειστικά με τον lifestyle τουρισμό, γιατί για μένα το νησί είναι μια κοιτίδα πολιτισμού, αρχαίου αλλά και νεότερου, με πλούσια ιστορία και λαογραφία. Θέλοντας να αναδείξω αυτό το κομμάτι ασχολήθηκα μαζί με το Γιώργο με τα αρχεία του νησιού, και ιδίως με το Δημοτικό Αρχείο, που είναι πραγματικά ένας θησαυρός γιατί τα έγγραφά του φωτίζουν όλα τα θέματα που απασχολούσαν το νησί και το Δήμο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα (αν και τα τελευταία έγγραφα είναι ακόμη στα ράφια του Δημαρχείου). Μαζί με το Γιώργο ψηφιοποιήσαμε όλα τα έγγραφα από το 1873 έως το 1914 που αφορούν στις ανασκαφές της Δήλου, και είδαμε πώς άλλαξε η Μυκονιάτικη κοινωνία μέσα από την αρχαιολογία όχι μόνο ως επιστήμη, αλλά κυρίως ως πρακτική. Δηλαδή ερχόμενοι οι Γάλλοι στη Μύκονο από το 1903 μέχρι το 1913 με μια γενναία χορηγία 50.000 φράγκων ετησίως από τον δούκα de Loubat, μαικήνα της εποχής εκείνης, δίνουν μεροκάματα στους φτωχούς Μυκονιάτες για να εργαστούν στην ανασκαφή. Παράλληλα το νησί της Μυκόνου σιγά-σιγά εκμοντερνίζεται γιατί το μεγάλο τεχνικό έργο της αποκάλυψης της αρχαίας πόλης της Δήλου απαιτεί μια σειρά έργων, όπως την κατασκευή αποβάθρας στο λιμάνι της Δήλου, αλλά και αργότερα, ιδίως από τη δεκαετία του 1960 και μετά, την παροχή τουριστικών υπηρεσιών στους επισκέπτες της ανασκαμμένης Δήλου.

Αυτά τα στοιχεία παρουσιάσαμε στη διάλεξή μας στο Σύλλογο Φίλων του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείο Πολιτισμού μετά από πρόσκληση της αρχαιολόγου Μεταξίας Τσιποπούλου. Η διάλεξη κινηματογραφήθηκε από το Ίδρυμα Μποδοσάκη και είναι διαθέσιμη στο Διαδίκτυο (http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=4063). Ήταν πολύ ωραία εμπειρία για μας να παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα της έρευνάς μας στους συναδέλφους από τη Γαλλική Σχολή και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, οι οποίοι μας βοήθησαν να πραγματοποιήσουμε τη μελέτη. Φέτος το χειμώνα θα μιλήσουμε και στη Μύκονο μετά από πρόσκληση του Δήμου για να συζητήσουμε το θέμα μας με την τοπική κοινωνία αλλά και στο Ανοιχτό Σεμινάριο Οικονομικής Ιστορίας για να παρουσιάσουμε ιδίως τον οικονομικό αντίκτυπο της ανασκαφής στη Μύκονο την κρίσιμη εποχή του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού.

Η Αμερικανίδα ακαδημαϊκός και φεμινίστρια Camille Paglia λέει πως δεν πηγαίνει σε ακαδημαϊκά συνέδρια γιατί τα βρίσκει ανούσια. Εσύ τι λες γι’ αυτό; Πώς βλέπεις τα πράγματα στον ακαδημαϊκό χώρο, στον τομέα σου;

Καταλαβαίνω τι εννοεί, και πράγματι τα ακαδημαϊκά συνέδρια πολλές φορές γίνονται χωρίς να υπάρχει ουσιαστική επαφή με το ευρύ κοινό, πράγμα που το θεωρώ ελιτίστικο. Όμως κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να πάει σε ένα συνέδριο αν πραγματικά δεν τον ενδιαφέρει το θέμα. Εγώ προσωπικά ποτέ δε βαριέμαι στα συνέδρια, ίσως γιατί μου αρέσει πολύ να γνωρίζω από κοντά ερευνητές που έχω διαβάσει τα άρθρα τους και να μαθαίνω καινούρια πράγματα. Άλλωστε τα συνέδρια όπως όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις έχουν ανθρωπολογικό ενδιαφέρον και μπορείς να μάθεις πολλά μόνο παρατηρώντας τους ομιλητές και τις αντιδράσεις του κοινού. Χαίρομαι πραγματικά όταν ακούω μια ομιλία απλή και ουσιώδη, αλλά και στις πιο ανιαρές τοποθετήσεις πάντα υπάρχει κάτι για όποιον έχει τη διάθεση να μάθει.

Στον δικό μου τομέα, αν και θεωρούμαι νέα ερευνήτρια, αισθάνομαι ότι θα ήθελα να προσκαλούνται στα συνέδρια ως ομιλητές και πιο νέοι ερευνητές, επιπέδου μεταπτυχιακού ή διδακτορικού, και γιατί όχι, ακόμη και προπτυχιακοί φοιτητές. Αισθάνομαι ότι οι ακαδημαϊκοί θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε τη νέα γενιά να συμμετέχει περισσότερο, και να ανακατεύονται οι ηλικίες και οι ειδικότητες. Αυτό κυρίως για να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλο και να είμαστε σε επαφή με όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα, χωρίς να δημιουργούνται κλίκες. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύω ότι θα γίνει ο ακαδημαϊκός χώρος πιο δημοκρατικός και πιο ανοιχτός, αντί να υπάρχουν παγιωμένες ιεραρχίες και εθιμοτυπίες. Και έτσι θα ξαναβρεθεί και η χαμένη ουσία που μπορεί να μην υπάρχει στα συνέδρια στα οποία αναφέρεται η Paglia. Και κάπως έτσι θα ενδιαφερθεί και το ευρύ κοινό για τα ευρήματα της ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία την τελευταία δεκαετία και λόγω της οικονομικής κρίσης έχει απομονωθεί ακόμη περισσότερο από πριν, ενώ ο κοινωνικός της ρόλος της θα ήταν πιο ουσιαστικός αν ήταν και η ίδια πιο ανοιχτή στο ευρύ κοινό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *